Δεν κλείνουν οι πληγές στο Μάτι – Συγκλονιστικές μαρτυρίες στο enikos.gr ανθρώπων που έζησαν τη φρίκη
1 month, 28 days ago
6

Του Κυριάκου Μαντούβαλου

Τρία χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την ημέρα που η Ελλάδα έζησε μια από τις πιο τραγικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της. Στη φονική πυρκαγιά στο Μάτισυνολικά έχασαν τη ζωή τους 102 άνθρωποι, εκ των οποίων 11 παιδιά, ενώ 172 τραυματίστηκαν και πολλοί είδαν το σπίτι τους να καίγεται. Το enikos.gr με βαθύ σεβασμό στις ψυχές που χάθηκαν και τους πληγέντες που ακόμα ταλαιπωρούνται είτε από θέματα υγείας, είτε γιατί ακόμα δεν έχουν σπίτι να μείνουν, συνομίλησε με τρεις ανθρώπους που έζησαν τον πύρινο όλεθρο. Σήμερα, τρία χρόνια μετά, μας εξηγούν πώς είναι η ζωή τους. Μια ζωή που ποτέ δεν θα είναι όπως πριν. «Ακούω τον αέρα να χτυπά το παράθυρο και πετάγομαι στον ύπνο μου» μας λέει ο Δημήτρης. «Έμαθα να χαίρομαι το σήμερα, γιατί μια στιγμή μπορεί να μου στερήσει το αύριο» εξομολογείται η Μήτση. Η Αργυρώ δραστηριοποιήθηκε σε μια πρωτόγνωρη για την εποχή μας αλυσίδα αλληλεγγύης. «Άλλαξε η φιλοσοφία για τη ζωή μου» σημειώνει. Συμφωνούν και οι τρεις ότι αν ο κόσμος είχε ειδοποιηθεί λίγο νωρίτερα, κάποιοι άνθρωποι μπορεί να είχαν γλυτώσει. Οι φλόγες εκείνης της μαύρης Δευτέρας τους έκαναν να επαναπροσδιορίσουν αξίες της ζωής και να επαναξιολογήσουν τις προτεραιότητές τους.

Δημήτρης Φιλιππής «Έζησα, ενώ η φωτιά με κυνηγούσε για να με σκοτώσει»

Ο Δημήτρης ήταν ένας από τους εγκαυματίες της φωτιάς στο Μάτι που έμεινε 78 ημέρες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Ευαγγελισμού και συνολικά 4 μήνες στο νοσοκομείο. Είναι πατέρας του 8χρονου σήμερα Κωνσταντίνου και παλεύει με τα «κουσούρια» όπως λέει, που του άφησε η φωτιά στο Μάτι.

«Μου άφησε πολλά προβλήματα υγείας πολλά. Έχω ακόμα κινητική δυσκολία, υπάρχει καρδιακή ανεπάρκεια, ο ένας πνεύμονας κάηκε από εκείνη την ημέρα, είχα υποστεί έμφραγμα και τα σημάδια του είναι πάνω μου. Για να γίνει κατανοητό, αυτή την στιγμή λιγότερο απ’ όλα με απασχολούν τα εγκαύματα», σημειώνει. Ο Δημήτρης προσπαθεί να εξηγήσει ότι τίποτα πια δεν είναι ίδιο. «Δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω, ο αέρας στο Μάτι πλέον μυρίζει αλλιώς. Εμείς αφήσαμε το σπίτι που μέναμε στο Μάτι, πηγαίνω μόνο για να βλέπει ο γιος μου ο Κωνσταντίνος κάποιους φίλους του, αλλά μου είναι τόσο δύσκολο… Πόσα ξενύχτια έχω κάνει ούτε να τα φανταστεί δεν μπορεί κανείς. Έζησα, ενώ η φωτιά με κυνηγούσε να με σκοτώσει. Η φωτιά να σε κυνηγάει κι εσύ να τρέχεις να ξεφύγεις από τον φρικτό θάνατο που έρχεται θεωρείς ότι ξεχνιέται; Με προσδιόρισε σαν άνθρωπο» εξομολογείται.

Τρία χρόνια μετά, περιγράφει πώς έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει όσα συμβαίνουν γύρω του. «Όλα άλλαξαν. Είμαι πολύ πιο νευρικός, έχω αρκετές ψυχολογικές μεταπτώσεις, παλεύω να τα ξεπεράσω αυτά. Δεν δίνω σημασία πια σε πράγματα δευτερεύοντα. Ο χρόνος δεν με πιέζει. Δεν θα πιέσω τον εαυτό μου για να κάνω μια δουλειά, που στο παρελθόν μπορεί να πιεζόμουν και να θεωρούσα ότι εξαρτούνται πολλά από αυτό. Τίποτα δεν εξαρτάται. Έζησα 4 μήνες μέσα στον Ευαγγελισμό και 78 μέσα στην Εντατική, το παιδί μου μια φορά μπόρεσε να έρθει να με δει. Ήταν στην παραλία με τη μητέρα του και τα κατάφερε, όμως ακόμη και σήμερα θυμάται την Αργυρή Ακτή γεμάτη παιδιά να κλαίνε, θυμάται ακόμη και παιδάκια που δεν τα κατάφεραν. Η ζωή μας προσδιορίζεται από γεγονότα. Αυτό που έζησα στο Μάτι ήταν ότι χειρότερο μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος.»

Τον ρωτάμε αν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί το κακό. «Αυτό που ξέρω να σου πω είναι ότι όλοι κοιμόνταν. Δεν υπήρχε κανένας συντονισμός. Η φωτιά εξαπλώθηκε με πολύ μεγάλη ταχύτητα, αυτό είναι αλήθεια, αλλά εγώ δεν είδα κανέναν να συντονίζει, να καθοδηγεί… Η φωτιά έσβησε μόνη της, όταν έφτασε στη θάλασσα, ενώ στο πέρασμα της τα είχε σαρώσει όλα».

Η ζωή συνεχίζεται για τον Δημήτρη, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. «Είμαι ακόμα σε δύσκολη κατάσταση, το παλεύω όμως. Ακούω σειρήνα και τινάζομαι πάνω, βλέπω καπνό και με λούζει κρύος ιδρώτας… Υπήρξε μέσα από αυτό το κακό και μια αίσθηση αλληλεγγύης που την είχαμε τόσο ανάγκη τότε. Μετά άρχισαν τα λόγια, οι υποσχέσεις. Ακόμη οι άνθρωποι ταλαιπωρούνται με το είδος της άδειας που χρειάζεται να ξαναχτίσουν το σπίτι τους που κάηκε. Πέραν κάποιων σπιτιών που ήταν επισκευάσιμα και προχώρησε η διαδικασία, τίποτα άλλο δεν έχει προχωρήσει. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που φιλοξενούνται στις κατασκηνώσεις στον Άγιο Ανδρέα».

Τέλος, μας μιλά για τον γιό του και πώς βίωσε εκείνη την αποφράδα μέρα. «Το παιδί το έχει ως μνήμη, ειδικά στην παραλία της Αργυρής ακτής που ήταν με τη μητέρα του, τα θυμάται όλα. Ήταν 5 χρονών τότε και εγώ ήμουν στο νοσοκομείο. Ακόμη και σήμερα με ρωτάει, γιατί έλειψα τόσο πολύ κι αν θα ξαναλείψω τόσο. Του έχω υποσχεθεί, ότι δεν θα ξαναλείψω»

 

Μήτση Κίταντζη: «Ένας γιατρός μου είπε να προετοιμάσω το παιδί για τον θάνατο του πατέρα του. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε να το κάνω»

Η Δήμητρα Κίταντζη, είναι η σύντροφος του Δημήτρη Φιλιππή και μητέρα του 8χρονου σήμερα Κωνσταντίνου. Στις 23 Ιουλίου του 2018 ήταν μαζί με το παιδί σε έναν οικογενειακό τους φίλο και είδε τη φωτιά να έρχεται με ταχύτητα προς το Μάτι. «Κάηκε όλη μας η ζωή στο Μάτι. Πήγαινα στην περιοχή όλα μου τα χρόνια, την ήξερα. Η φωτιά ήρθε πάρα πολύ γρήγορα και εμείς δεν προλάβαμε να αντιδράσουμε. Δεν ακούσαμε μια σειρήνα, μια καμπάνα. Αν είχαμε ακούσει κάτι ίσως προλαβαίναμε να απομακρυνθούμε, αυτό πιστεύω. Βλέποντας τη φωτιά κατέβηκα με το παιδί στην Αργυρά Ακτή, είχε πάρα πολύ κόσμο. Θυμάμαι μπήκαμε στη θάλασσα και κρατούσα το παιδί ανάποδα, να βλέπει εμένα, να μην βλέπει τι συνέβαινε στην παραλία ή πίσω την εικόνα της καταστροφής. Πατούσαμε στη θάλασσα μέσα, για να μην πνιγούμε κι είχαμε το κεφάλι έξω. Από τη στάχτη και τους καπνούς δεν βλέπαμε μπροστά μας. Κι ενώ είχα το παιδί στα χέρια το μυαλό μου ήταν στο Δημήτρη. Δεν φοβήθηκα ποτέ ότι θα πάθει κάτι. Ακόμη κι όταν πήγα στον Ευαγγελισμό, που ήταν στην εντατική 78 μέρες, δεν πίστεψα ότι δεν θα τα καταφέρει. Ακόμη κι όταν ένας γιατρός στο νοσοκομείο μου είπε να προετοιμάσω το παιδί για τον θάνατο του πατέρα του, δεν το έκανα, ευτυχώς δεν χρειάστηκε να το κάνω. Ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της ζωή μου, όμως προέκυψαν και στοιχεία αλληλεγγύης και εκτίμησης που μέχρι σήμερα μας καθορίζουν. Η Μαρία και ο Κώστας έχασαν τους γονείς τους, οι οποίοι πέθαναν προστατεύοντας τα εγγόνια τους. Αυτοί οι άνθρωποι έρχονταν στην εντατική να δουν τι κάνει ο Δημήτρης. Αυτό το πολύ μεγάλο κακό που μας βρήκε, «ξύπνησε» μέσα μας και στοιχεία ανθρωπιάς κι αλληλεγγύης που μας βοήθησαν όλους να προχωρήσουμε», αναφέρει στο enikos.gr.

Η ζωή για τη Μήτση Kίταντζη μετά τη φωτιά στο Μάτι περιστρέφεται γύρω από τους δυο άντρες της ζωή της, τον Δημήτρη και τον Κωνσταντίνο. «Αναλωνόμαστε σε πράγματα που δεν πρέπει. Εμάς, αυτό το μεγάλο κακό μας βοήθησε να ξεχωρίσουμε τα σημαντικά από τα σπουδαία. Είναι σημαντικό να τρέχουμε σε δουλειές, είναι σπουδαίο να πάμε μια βόλτα οι τρεις μας. Ο Κωνσταντίνος ακόμα θυμάται αρκετά πράγματα από την παραλία, από παιδιά που ούρλιαζαν, κρύωναν, έκλαιγαν και προσπαθούμε σιγά-σιγά να υπερβούμε τις εικόνες αυτές. Ο Δημήτρης από την άλλη, χρειάζεται ακόμη βοήθεια σε πολλά πράγματα. Η παλάμη του ενός χεριού είναι κατεστραμμένη, ενώ το άλλο χέρι από τον ώμο δεν μπορεί να το κινήσει ακόμη καλά, οπότε ακόμα και για να κάνει μπάνιο, χρειάζεται βοήθεια. Είμαστε όμως εδώ, αγαπιόμαστε πολύ κι αυτό είναι που στο τέλος κάθε μέρας μετράει».

Γυρίζει πίσω στον χρόνο και περιγράφει τι συνέβη το μοιραίο απόγευμα. «Στο Μάτι ζούσα 42 χρόνια, απ’ όταν γεννήθηκα. Είχα δει από κοντά όλες τις φωτιές. Υπήρχε μια άποψη, μια πεποίθηση, από τους παππούδες μας, τους γονείς μας, αλλά και εμάς, ότι οι φωτιά δεν θα φτάσει ποτέ στο Μάτι. Υπήρχε η αίσθηση ότι η φωτιά θα σταματάει πάντα πάνω από τη Μαραθώνος. Αυτό σε συνδυασμό με τις καιρικές συνθήκες εγκλώβισε στο Μάτι όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους. Με την ψυχραιμία της χρονικής απόστασης που υπάρχει σήμερα, πιστεύω ότι αν υπήρχε συντονισμός, αν είχε ακουστεί μια σειρήνα, μια καμπάνα, θα είχαν σωθεί ζωές. Το μέγεθος της καταστροφής κατά τη γνώμη μου σχετίζεται πρωτίστως με την ανθρώπινη ζωή και μετά με τα σπίτια. Υπάρχουν πολλά προβλήματα και με τις άδειες των σπιτιών και με τις ενισχύσεις. Όλα αυτά τα προβλήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν, όμως τα σημαντικά είναι άλλα. Και εμείς, μετά από αυτό που συνέβη καταφέραμε να ορίσουμε ως σημαντικότερα όλων το να είμαστε καλά, να είμαστε μαζί, να δείχνουμε αλληλεγγύη και αγάπη όπου μπορούμε».

 

Αργυρώ Μουστάκα Βρεττού: «Άλλαξε η φιλοσοφία μου για την ζωή»

Η Αργυρώ Μουστάκα Βρεττού την ημέρα της φωτιάς παρακολουθούσε εγκλωβισμένη στη Ραφήνα, τη φωτιά να κατακαίει στο Μάτι, όπου βρίσκονταν η μητέρα και η θεία της. «Πήγαινα προς το Μάτι και είχα εγκλωβιστεί στη Ραφήνα. Η μητέρα και η θεία μου με τα χίλια ζόρια κατάφεραν να βγουν από το σπίτι. Ξεκίνησαν να πάνε προς τη θάλασσα, επειδή όμως τα σκαλάκια που οδηγούν στη θάλασσα ήταν δύσβατα, η μητέρα μου επέλεξε να πάνε επί της ουσίας προς την φωτιά κι αυτό τις έσωσε. Στον δρόμο τους βρέθηκε ο Γιώργος, ο οποίος κι αυτός προσπαθούσε να απομακρυνθεί, τις έβαλε στο αμάξι και τις πήρε μαζί. Υπήρξαν καταστροφές, εμάς κάηκε η γάτα μας και το σπίτι μας. Στο τέλος της ημέρας όμως ήμασταν όλοι μαζί κι αυτό είναι το σημαντικότερο όλων. Δεν κινδύνευσα σε σωματικό επίπεδο, αλλά μέσα σε λίγες ώρες κάηκαν όλα όσα θεωρούμε ότι μας προσδιορίζουν. Δεν είχα σπίτι, δεν είχα ρούχα, δεν είχα αναμνήσεις, δεν είχα την δυνατότητα να πάω κάπου να αλλάξω, είχαν καεί όλα. Μαζί με αυτά κάηκε και η στρεβλή εικόνα ότι όλα αυτά μας προσδιορίζουν. Η φωτιά με βοήθησε να καταλάβω ότι άλλα πράγματα προσδιορίζουν τον κάθε άνθρωπο. Μπόρεσα μέσα από αυτό το μεγάλο κακό να το φιλοσοφήσω και να αλλάξω πράγματα. Ξύπνησα το πρωί, χαιρέτησα τη γάτα μου, της έβαλα φαγητό, χαιρέτησα τους γείτονες, κλείδωσα την πόρτα του σπιτιού κι έφυγα. Το βράδυ που γύρισα δεν είχα ούτε γάτα, ούτε γείτονες, ούτε σπίτι. Εκεί άλλαξαν οι προτεραιότητες μου. Σταμάτησα τα πολλά «αν», «θα», «ας» κτλ.

Η Αργυρώ είναι ένα πολύ δραστήριο άτομο στα social media διοργανώνοντας δράσεις αλληλεγγύης, οι οποίες εκείνο το τρίμηνο υπήρξαν κομβικές. «Είναι εντυπωσιακό τι αλυσίδα αλληλεγγύης δημιουργήθηκε τότε. Είχα κάνει ένα post στο facebook για βοήθεια και από κάτω δύο παιδιά, που εγώ δεν τα ήξερα προσωπικά, ο Ανδρέας Λουκάκος και ο Ηλίας Τσαφάρας ξεκίνησαν την πρώτη κινητοποίηση και συγκεντρώθηκαν 5.000 ευρώ από προσφορές ανθρώπων σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Με αυτά τα λεφτά μπόρεσα τον πρώτο καιρό που είχε καεί το σπίτι να ξαναρχίσω. Μετά φτιάξαμε το voithise.com ήταν μια πλατφόρμα που καταγράφονταν οι ανάγκες και αμέσως υπήρχε ανταπόκριση από τους υπόλοιπους ανθρώπους σε ότι χρειάστηκε. Αυτές όλες είναι συγκλονιστικές στιγμές ανθρωπιάς κι αλληλεγγύης που ακολούθησαν τη φωτιά και το κακό που αυτή επέφερε», λέει.

Η Αργυρώ αναφέρει ότι υπήρχε η πεποίθηση ότι δεν θα φτάσει η φωτιά στο Μάτι. «Για κάποιον λόγο που δεν μπορώ να εντοπίσω, υπήρχε η αίσθηση ότι η φωτιά θα σταματάει πάντα στην πάνω πλευρά της Μαραθώνος και δεν θα φτάσει ποτέ στο Μάτι. Είχαμε ένα πεύκο πάνω από το σπίτι και λέγαμε στον ιδιοκτήτη να το κόψουμε γιατί είναι επικίνδυνο και μας έλεγε «το Μάτι δεν παίρνει ποτέ φωτιά» και δεν έκοβε το πεύκο. Τελικά το σπίτι κάηκε. Έχω φοβία από τότε, για έναν χρόνο έπασχα από αγχώδη διαταραχή. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα παλεύω να τη διαχειριστώ. Ακούω αέρα στα παράθυρα και πετάγομαι πάνω. Για μπάνιο στο Μάτι δεν έχω ξαναπάει, δεν μπορώ. Άλλαξε η φιλοσοφία μου, προσπαθώ να ζω το τώρα γιατί είναι το μόνο σίγουρο. Προσπαθώ και να βοηθάω, γιατί η αλυσίδα αλληλεγγύης που δημιουργήθηκε τότε, απέδειξε ότι υπάρχει αλληλεγγύη, υπάρχει και τρόπος αυτή να αφορά τους πολλούς».

Για τα όσα συνέβησαν στις πυρκαγιές του 2018 υπάρχει η αλήθεια των γεγονότων, υπάρχει και η αλήθεια των ανθρώπων. Στο πέρασμα του χρόνου οι αναφορές στην αλήθεια των γεγονότων ήταν πολλές, πλέον μπορεί σιγά-σιγά να αξιοποιείται και η αλήθεια των ανθρώπων, που βίωσαν την τραγωδία και που ακόμα προσπαθούν να επουλώσουν τα τραύματά τους. 102 ζωές χάθηκαν σαν σήμερα πριν από 3 χρόνια με έναν φρικτό τρόπο. Η ελπίδα, η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά που αναδείχθηκαν τότε, ας είναι τα στοιχεία που θα ελαφρύνουν το βάρος του θανάτου και της καταστροφής που «μυρίζει» ακόμη στο Μάτι και θα κουβαλούν για πάντα οι άνθρωποι που το έζησαν.

enikos.gr