Ο Νίκος Δρανδάκης για την κόντρα ταξί-Beat στο iefimerida: Ο Θύμιος μου έλεγε «εγώ έκλεισα τον Λαμπράκη, εσένα δεν θα κλείσω…»
5 days ago
6

Πρώτα τον απείλησαν με ανώνυμα τηλεφωνήματα, του θύμισαν ότι είναι οι ίδοι που έκλεισαν μια αντίστοιχη πρωτοβουλία του Λαμπράκη, του έκαναν καταγγελίες, προχώρησαν σε κατασχέσεις μηχανημάτων. Μετά εξαπέλυσαν εναντίον του ύβρεις, κι όταν τους έκανε αγωγή, έφεραν στο δικαστήριο την …μισή κυβέρνηση. Ολα αυτά για να μην «κυκλοφορήσουν» στην αγορά τα ταξί της Beat, της καινοτόμου startup που ίδρυσε και διευθύνει ο Nίκος Δρανδάκης. Ο Mr Beat όμως είναι αποφασισμένος να φτάσει ως το τέλος την αντιδικία του με τον Θύμιο Λυμπερόπουλο και να σπάσει τις πελατειακές σχέσεις. Οπως είναι και αποφασισμένος διπλασιάσει την εταιρεία του, εντός και εκτός Ελλάδας.

 
– Κύριε Δρανδάκη, πόσο δύσκολο είναι να ιδρυθεί και να επιβιώσει μια εταιρεία τεχνολογίας σήμερα στην Ελλάδα;
 
«Οπου κι να είσαι, είναι δύσκολο να κάνεις κάτι δικό σου, να το κρατήσεις στα πόδια του. Η Ελλάδα δεν έχει κάποια ιδιαίτερη δυσκολία, απλώς είναι λίγο πιο πίσω. Στη Νότια Αμερική είναι πολύ χειρότερο πάντως από την χώρα μας.
 
»Οταν κάνεις όμως μια καινοτομία, τι κάνεις; Διαταράσσεις μια ισορροπία, μια ηρεμία, με μοιρασμένες τις δυνάμεις της αγοράς. Οταν μπει ο καινούργιος παίκτης, με μια διαφορετική πρόταση, καταλαβαίνεις ότι ούτε στους υπάρχοντες παίκτες ούτε στις κυβερνήσεις αρέσει να διαταράσσονται τα πράγματα. Γιατί έχει ήδη δημιουργηθεί μια, καλώς εννοούμενη, διαπλοκή ανάμεσα στους ισχυρούς παίκτες και τους ρυθμιστές της αγοράς και τις κυβερνήσεις. Αυτά όλα όταν διαταράσσονται σηκώνουν κάποιο κύμα και αντιδράσεις. Αλλες φορές είναι ισχυρές ή λιγότερο ισχυρές».

 
– Είχατε φανταστεί τις αντιδράσεις;

 
«Ναι. Το καλό σε μένα είναι ότι μπήκα πολύ συνειδητοποιημένος σ΄αυτή την αγορά, ήμουν προετοιμασμένος. Τον πρώτο καιρό, με έπαιρναν τηλέφωνο και με απειλούσαν, ανώνυμα. Μου έλεγαν ότι ο Λυμπερόπουλος έχει κλείσει τον Λαμπράκη, τον αείμνηστο Λαμπράκη, οπότε “εσένα θα σε διαλύσει”. Ξέρετε είχε δοκιμάσει ο Λαμπράκης στο παρελθόν να ανοίξει μια εταιρεία μοτο-ταξί και τον είχε πάει ο Λυμπερόπουλος στα δικαστήρια και την είχε κλείσει την εταιρεία. Με απειλούσαν, μου έλεγαν “κλείσε τώρα την εταιρεία σου”. Διαρκώς μας έκαναν καταγγελίες, μας έστελναν το ηλεκτρικονικό έγκλημα για να μας κατασχέσει τα μηχανήματα, που δεν πήραμε ποτέ πίσω, με αστήρικτες καταγγελίες
 
»Εχουμε υποστεί ελέγχους, πολλούς, αλλά κατά βάση όταν είσαι καθαρός και νόμιμος δεν φοβάσαι τίποτα. Μπορούμε να πάμε να μηνύσουμε τον Λυμπερόπουλο γιατί είμαστε πεντακάθαροι».


 

Οι Θανάσης Παπαχριστόπουλος (ΑΝΕΛ), Τρύφων Αλεξιάδης (πρώην υπουργός ΣΥΡΙΖΑ) και Θύμιος Λυμπερόπουλος / Φωτογραφία: Στέλιος Μισίνας/Eurokinissi
– Ωστόσο τώρα η αντιδικία έχει και κρατική υποστήριξη;
 
«Πράγματι, δεν είναι τόσο συνηθισμένο ένας ιδιωτικός χώρος να έχει τόση κρατική στήριξη».
 
– Πρόκειται για πελατειακές σχέσεις που έχουν αποδειχθεί ισχυρές. Μπορούν να σπάσουν;
 
«Οχι μόνον μπορούν να σπάσουν αλλά θα σπάσουν. Κι η Ελλάδα έχει όντως μια ιδιαιτερότητα. Γιατί και στο εξωτερικό τα συνδικάτα των ταξί είναι πολύ ισχυρά, με τις κυβερνήσεις να υποχωρούν πολύ συχνά γιατί δεν αντέχουν να αντισταθούν στις πιέσεις. Αλλο όμως να λαμβάνεις υπόψιν σου την ισχύ που έχει το συνδικάτο των ταξί, ως ισχυρός κοινωνικός εταίρος, κι άλλο αυτό που ζούμε στην Ελλάδα. Την απόλυτη ταύτιση, σαν να είναι ένας κοινωνικός εταίρος, κυβέρνηση και ταξί μαζί. Αυτό είναι η πρώτη φορά που το βλέπουμε. Αλλά δεν πρόκειται να μην αλλάξει. Κι αυτή άλλωστε είναι κι η δική μου αποστολή. Αυτός είναι ο στόχος μου, να σπάσει αυτό το πράγμα».
 
– Γι΄αυτό προχωρήσατε στην αγωγή εναντίον του ΣΑΤΑ;
 
«Η αγωγή είχε να κάνει με τις ύβρεις που εξαπέλυσε εναντίον μου ο κύριος Λυμπερόπουλος. Το γεγονός ότι εξαπέλυσε τόσο ελεύθερα τέτοιες ύβρεις ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ένοιωθε τόσο ισχυρός και ανέγγιχτος με το σκεπτικό ότι ”εγώ μπορώ να λέω ό,τι θέλω, όποτε θέλω”. Οταν όμως έχει ήδη αρχίσει να καταδικάζεται _η κοινή γνώμη έχει ήδη ξεσηκωθεί, κι όταν έρθουν οι πιθανές καταδικαστικές αποφάσεις από την δικαιοσύνη, νομίζω ότι τα πράγματα θα αρχίσουν να αλλάζουν σιγά-σιγά και να φανεί ότι δεν υπάρχουν ισχυροί και ανέγγιχτοι που μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Υπάρχουν κανόνες και όλοι θα παίζουμε με τους κανόνες του κράτους δικαίου».
 
– Κι όλα αυτά πιστεύετε ότι γίνονται για ψηφοθηρία και μόνον;
 
«Ναι. Οι πολιτικοί θεωρούσαν από παλιά το ταξί ως μέσο ψηφοθηρίας και το χρησιμοποιούσαν. Τώρα έγινε με πιο έντονη μορφή. Πιστεύω ότι οι τωρινοί κυβερνώντες υπερέβησαν στην εκτίμησή τους για το πόσο ισχυρό είναι το ταξί και πίστεψαν ότι έχουν βρει αυτό που θα τους δώσει ένα ισχυρό πλεονέκτημα. Πιστεύω ότι κάνουν τεράστιο λάθος. Υφίστανται τεράστια ζημιά στην εικόνα τους και είτε το έχουν καταλάβει είτε όχι θα το καταλάβουν πολύ σύντομα.
 
 »Είναι άλλωστε πολύ υποτιμητικό γι΄αυτούς τους ανθρώπους να πιστεύεις ότι επειδή θα κάνεις μια δήλωση ή ακόμα και ότι θα ψηφίσεις έναν νόμο, ότι όλοι αυτοί, μονοκούκι θα ψηφίσουν εσένα. Σαν να μην έχουν προσωπικές εκτιμήσεις, να μην βλέπουν ευρύτερα τον κόσμο».

– Σας κατηγορούν ότι με την εταιρεία σας, βάλατε τους ταξιτζήδες «σε κοινή θέα, για να επιλέγει ο πελάτης όπως γίνεται με τις πόρνεςστις βιτρίνες στο Αμστερνταμ»…
 
«Αυτή η πολεμική που ξεκίνησε από τον ΣΑΤΑ και την ομάδα που εκπροσωπεί ο κύριος Λυμπερόπουλος είναι στη βάση της επιχειρηματική. Αυτό που έχει ενοχλήσει είναι ότι μπήκε ένας αλεξιπτωστής σε έναν χώρο που ήλεγχαν πλήρως, παίρνοντας ένα τόσο μεγάλο μερίδιο στην αγορά. Και θέλουν να το πολεμήσουν. Οσο για τα προσωπικά δεδομένα που λένε, όσοι συνεργάζονται μαζί μας έχουν δώσει την συγκατάθεσή τους.
 
»Η υπόθεση είναι επιχειρηματική. Τα ραδιοταξί που είναι η ίδια παρέα με τον ΣΑΤΑ και τον κύριο Λυμπερόπουλο έχουν χάσει ένα ισχυρό μερίδιο αγοράς και πρέπει να πολεμήσουν την καιρνούρια εταιρεία που κάθε μέρα έχει και παραπάνω μερίδιο.


– Πόσο υπολογίζετε ότι είναι σήμερα το μερίδιο της Βeat στην αγορά;
 
«Στην Αθήνα, τους μισούς περίπου οδηγούς ταξί τους χρησιμοποιούμε εμείς, οπότε μπορεί το μερίδιο να φτάνει στο 50%. Επειδή όμως υπάρχουν και τα ταξί του δρόμου, ίσως να είναι γύρω στο 30-40%. Κι αυτό έγινε μέσα σε έξι-επτά χρόνια».


 
–  Παραμένει η Beat μια ελληνική εταιρεία; 
 
«Είμαστε εδώ. Η Αθήνα είναι η έδρα μας. Εδώ αναπτύσσουμε την τεχνολογία γιατί αγαπάμε την χώρα μας. Αλλα είναι ένα πολύ μικρό μέρος του κύκλου εργασιών μας, 5-8%. Εχουμε εξαπλωθεί στη Νότιο Αμερική _Περού, Χιλή, Κολομβία, και τώρα ανοίγουμε και στο Μεξικό. Οταν η Daimler αγόρασε την εταιρεία συμφωνήσαμε ότι εμείς θα δραστηριοποιηθούμε μόνον στη Νότιο Αμερική, ότι θα επενδύει η Daimler σε εμάς κι εμείς τα λεφτά της θα τα χρησιοποιούμε για να αφήσουμε το αποτύπωμά μας. Η Beat έχει μεγάλες δυνατότητες εξέλιξης».
 
– Επενδύετε κυρίως σε προγραμματιστές…
 

«Ναι και γι ´αυτό και κάνουμε προσλήψεις προγραμματιστών, αλλά δεν βρίσκουμε όσους χρειαζόμαστε. Εχουμε εκατό και χρειαζόμαστε διπλάσιους γιατί έχουμε μεγάλα πλάνα, θα κάνουμε αλλαγές, κυρίως για τη Νότιο Αμερική. Αλλαγές και στο προϊόν το ίδιο και στο από πίσω, στη μηχανή που δουλεύει. Θέλουμε να εφαρμόσουμε τεχνητή νοημοσύνη, που θα λύνει πολλά καθημερινά προβλήματα αλλά και προβλήματα ασφάλειας, κυρίως στη Νότιο Αμερική. Οπως επίσης και προσαρμοσμένες υπηρεσίες, του τύπου “ξέρω τι ταξί χρειάζεσαι”, ανάλογα με το που πας, με τον κατάλληλο οδηγό, το κατάλληλο αυτοκίνητο και στην σωστή τιμή. Και κάνουμε πολλές προσλήψεις προς αυτή την κατεύθυνση. Η δημιουργική δουλειά γίνεται στην Ελλάδα, έξω είναι υποκαταστήματα και γραφεία που υποστηρίζουν τον πελάτη».
 
– Δεν είναι λίγο οξύμωρο να αναπτύσσετε την τεχνολογία στην Ελλάδα;
 

«Ναι αυτό είναι ένα πρόβλημα. Γι΄αυτό και κινούμαστε σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μια έχουμε ένα πρόγραμμα προσέλκυσης Ελλήνων που έχουν πάει στο εξωτερικό, στα πιο καλά μυαλά που έχουν φύγει και τους δίνουμε και μπόνους. Εχουμε ήδη φέρει 18 ανθρώπους τους τελευταίους οκτώ μήνες _προγραμματιστές αλλά όχι μόνον. Κι από την άλλη  θα ανοίξουμε ένα κέντρο έρευνας και τεχνολογίας στο Αμστερνταμ και στο Λονδίνο για να συμπληρώσουμε αυτό που μας λείπει στην Αθήνα. Αλλά η Αθήνα θα είναι η βάση μας.
 
»Σήμερα έχουμε διακόσιους ανθρώπους στην Ελλάδα που εργάζονται στην Beat και άλλους τόσους στο εξωτερικό. Μέσα σε ένα-ενάμιση χρόνο θα φτάσουμε πιστεύω τους 1000-1500, με τους μισούς περίπου να δουλεύουν στη χώρα μας».