Ίνγκριντ Μπετανκούρ: Η αιχμάλωτη… της προεδρίας στην Κολομβία
3 months, 20 days ago
6

H πρώτη φορά που είχε διεκδικήσει την προεδρία της Κολομβίας και μια θέση στην εγχώρια ιστορία, ως η πρώτη γυναίκα στο αξίωμα, ήταν πριν από 20 χρόνια.

Όμως η εξέλιξη της προεκλογικής εκστρατείας για την τότε γερουσιαστή Ίνγκριντ Μπετανκούρ ήταν επεισοδιακή και η  ιστορία της έγινε πρωτοσέλιδο στον διεθνή Τύπο.

Καθώς περιόδευε στη νότια Κολομβία, απήχθη από τους μαρξιστές αντάρτες FARC, το 2002, και έμεινε έκτοτε έξι χρόνια αιχμάλωτη στα χέρια τους, στη ζούγκλα του Αμαζονίου.

Ήταν μια εποχή που το ναρκοκράτος της Κολομβίας ήδη σπαρασσόταν από έναν πολυετή, σκληρό εμφύλιο, ο οποίος διήρκεσε μισό αιώνα και στοίχισε πάνω από 250.000 ζωές.

Δύο δεκαετίες μετά την απαγωγή της και με το κεφάλαιο του εμφυλίου να έχει κλείσει θεωρητικά εδώ και μια πενταετία, η 60χρονη πια Ίνγκριντ κάνει ένα δεύτερο εγχείρημα για την κατάκτηση της κολομβιανής προεδρίας.

Ψηλά στη ατζέντα της έχει την εθνική συμφιλίωση, την ενίσχυση του ρόλου των γυναικών και, πρωτίστως, την εξάλειψη της πανταχού παρούσας διαφθοράς.

«Κουβαλώ την Κολομβία στην καρδιά μου με διαφορετικό τρόπο, γιατί η ζωή μου ήταν διαφορετική. Είναι ένα ταξίδι πόνου, αλλά και ελπίδας και πίστης, που έχουν βιώσει επίσης εκατομμύρια Κολομβιανοί», είπε ανακοινώνοντας τα νέα σχέδιά της. «Κι όπως εγώ, δεν τα παράτησαν».

Τα χρόνια της αιχμαλωσίας

Πρόκειται για μια μη αναμενόμενη επάνοδο στην κεντρική πολιτική σκηνή μιας γυναίκας, που έφτασε κοντά στον θάνατο στα έξι χρόνια της αιχμαλωσίας.

Διπλής υπηκοότητας από τον πρώτο της γάμο με έναν Γάλλο διπλωμάτη, η Ίνγκριντ Μπετανκούρ κρατείτο από την FARC πότε φυλακισμένη σε ένα ξύλινο κλουβί και πότε δεμένη στον κορμό ενός δέντρου με αλυσίδες γύρω από τον λαιμό της. Έπαθε ελονοσία και ηπατίτιδα. Κάποια στιγμή, όπως εξιστόρησε αργότερα, ένιωθε να σβήνει.

Μέχρι που το 2008 απελευθερώθηκε μαζί με άλλους 14 συγκρατούμενούς της -ανάμεσά τους τρεις Αμερικανούς εργολάβους του υπουργείου Αμύνης των ΗΠΑ- σε μια αναίμακτη επιχείρηση του κολομβιανού στρατού.

Επισήμως, ήταν το αποτέλεσμα ενός μακροχρόνιου σχεδίου, βάσει του οποίου μέλη των δυνάμεων της Κολομβίας διείσδυσαν στις τάξεις των FARC, προσποιούμενα τους αντάρτες ή συμμετέχοντες σε ανθρωπιστική αποστολή.

Μετά την απελευθέρωσή της, η Μπετανκούρ εγκαταστάθηκε στη δεύτερη πατρίδα της, τη Γαλλία.

Στη συγκινησιακά φορτισμένη τελετή της εκεί υποδοχής της ήταν παρόντες, μαζί με τα δύο παιδιά της και την αδελφή της, ο Γάλλος τότε πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί  και η σύζυγός του Κάρλα Μπρούνι, καθώς και ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών εκείνη την εποχή, Μπερνάρ Κουσνέρ.

Αρχικά, η Ίνγκριντ πέρασε αρκετές μέρες στο νοσοκομείο. Έπειτα έλαβε πολλές διακρίσεις και παράσημα, μεταξύ αυτών της Λεγεώνας της Τιμής. Είχε πλήθος συναντήσεων με ξένους αρχηγούς κρατών και διεθνείς προσωπικότητες.

Η ίδια πάντως ήταν κάθετη στην απόφασή της να αποσυρθεί από την πολιτική.

Μια… αμφισβητούμενη ηρωίδα

Γύρω από την ιστορία της πιο διάσημης αιχμαλώτου των FARC είχαν εν τω μεταξύ αρχίσει να δημιουργούνται «σκιές» και, στα μάτια πολλών Κολομβιανών, η ίδια είχε μετατραπεί από ηρωίδα σε… κακούργα.

Άρχισαν να κυκλοφορούν έντονες φήμες ότι η επιχείρηση διάσωσης του 2008 ήταν σκηνοθετημένη και ότι είχαν καταβληθεί λύτρα ύψους 20 εκατομμυρίων δολαρίων για την απελευθέρωση των ομήρων. Κάτι που οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Κολομβία διαψεύδουν.

Δύο χρόνια μετά την απελευθέρωσή της εν τω μεταξύ, το 2010, ξέσπασε μέγας σάλος με το αίτημα της Μπετανκούρ για χρηματική αποζημίωση, βάσει του κολομβιανού νόμου για την προστασία θυμάτων τρομοκρατίας.

Η ίδια υποστήριξε ότι την απαγωγή της ουσιαστικά διευκόλυνε η άρνηση της δεξιάς κολομβιανής κυβέρνησης να στείλει στρατιωτική συνοδεία στην προεκλογική περιοδεία της, το 2002.

Σκωπτικά, ο τότε αντιπρόεδρος της Κολομβίας (μετέπειτα πρέσβης στις ΗΠΑ) Φρανσίσκο Σάντος Καλντερόν δήλωσε ότι η αγωγή της Μπετανκούρ αξίζει «διεθνές βραβείο απλησίας, αχαριστίας και θράσους».

Τελικά, η Ίνγκριντ απέσυρε την αγωγή, εκφράζοντας αγανάκτηση για τον τρόπο με τον οποίο διαστρεβλώθηκε η θέση της, «σαν να ήμουν εγκληματίας».

Στο μεσοδιάστημα, είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο «Out of Captivity» των τριών Αμερικανών πρώην συγκρατούμεών της από τη FARC, με ουδόλως κολακευτικούς χαρακτηρισμούς για την ίδια.

Υποστήριξαν ότι κατά την αιχμαλωσία συμπεριφερόταν εγωιστικά και υπεροπτικά και ότι απολάμβανε ευνοϊκότερης μεταχείρισης -όπως περισσότερο φαγητό, ρουχισμό και προσωπικό χώρο- λόγω της πολιτικής της ιδιότητας και της κοινωνικής της θέσης.

Η ίδια απάντησε έμμεσα το 2010 μέσα από τα δικά της απομνημονεύματα, γραμμένα στα γαλλικά, υπό τον τίτλο «Même le silence a une fin» («Ακόμη και η σιωπή έχει τέλος»), περιγράφοντας τα σκληρά χρόνια της αιχμαλωσίας.

Η ενωτική υποψήφια, που… διχάζει

Στη χώρα της, πολλοί τώρα την επικρίνουν ότι «δεν είναι αρκετά Κολομβιανή» και ότι ήταν πρακτικά απούσα από τη χώρα.

Στα νιάτα της, σπούδαζε σε αγγλικό οικοτροφείο και στο φημισμένο Science Po του Παρισιού. Μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής της το έχει ζήσει στην Ευρώπη, μεταξύ Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου, όπου τα τελευταία χρόνια η Μπετανκούρ έκανε διδακτορικό στη θεολογία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Η ίδια λέει ότι η τελευταία, πολυετής απουσία από την Κολομβία της έδωσε τη δυνατότητα να δει την κατάσταση στη χώρα της με πιο καθαρή ματιά, αποστασιοποιημένη από τις συγκρούσεις μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς.

«Πρέπει να έχουμε έναν υποψήφιο που να μπορεί να συγκεντρώσει το κέντρο», λέει. «Η Κολομβία χρειάζεται μια φωνή που να έρχεται από έξω».

Η αιφνιδιαστική απόφασή της να κατέβει και πάλι στον πολιτικό στίβο, μόλις τέσσερις μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές του Μαΐου, έρχεται σε μία κομβική στιγμή.

Με την αποχώρηση του δεξιού προέδρου Ιβάν Ντούκε, η Κολομβία δείχνει έτοιμη να ακολουθήσει και αυτή το ρεύμα επιστροφής της Αριστεράς στη Λατινική Αμερική.

Στις δημοσκοπήσεις προβάλλει ως φαβορί ο αριστερός πρώην δήμαρχος της Μπογκοτά, Γκουστάβο Πέτρο, με ώθηση τη λαϊκή οργή για τις κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες, την ενδημική διαφθορά και το ανεξέλεγκτο οργανωμένο έγκλημα.

Ως επικεφαλής ενός μικρού οικολογικού κόμματος, η Μπετανκούρ θα δώσει τη δική της μάχη από το κέντρο, όπου υπάρχουν δύο συνασπισμοί.

Για να μπορέσει να διεκδικήσει την προεδρία, ωστόσο, θα πρέπει πρώτα να κερδίσει τις προκριματικές εκλογές του Μαρτίου στον συνασπισμό CCE. Ο ανταγωνισμός από τους άνδρες αντιπάλους της προβλέπεται σκληρός.

«Είμαι εδώ για να ολοκληρώσω αυτό που άρχισα μαζί με πολλούς από εσάς το 2002» και «να διεκδικήσω τα δικαιώματα των 51 εκατομμυρίων Κολομβιανών που δεν μπορούν να βρουν δικαιοσύνη, επειδή ζούμε σε μια χώρα που εγγυάται την ατιμωρησία», διακηρύττει.

«Αυτό το σύστημα θέλει να αποδεχτούμε τη μοίρα μας, ότι είναι αδύνατο να νικήσουμε τη διαφθορά, ότι αυτό είναι η κουλτούρα μας, ότι όλοι επωφελούμαστε από την εξαπάτηση και τη δωροδοκία. Θέλει να γίνουμε κυνικοί, καιροσκόποι, διεφθαρμένοι. Δεν θα γίνουμε».

Στις δημοσκοπήσεις εν τω μεταξύ έχει αρχίσει να ανεβαίνει -σε ορισμένες ακόμη και στη δεύτερη θέση- ένας προβαλλόμενος ως αντισυστημικός, ανεξάρτητος υποψήφιος: ο 76χρονος λαϊκιστής και μεγιστάνας των ακινήτων Ροντόλφο Ερνάντες. Ήδη, είχε μία πρώτη συνάντηση με τον Αμερικανό πρέσβη στην Κολομβία.

in.gr