Ο «κατά φαντασίαν» Ερντογάν
23 days ago
6

Προ ημερών ρώτησα έναν διπλωμάτη μεγάλης ευρωπαϊκής χώρας που είναι διαπιστευμένος στην Αγκυρα αν έχουν δόση αλήθειας οι φήμες για την υγεία του Ερντογάν.

Μου απάντησε:

– Φήμες υπάρχουν πάντα κι ακόμη περισσότερες στην Τουρκία. Δεν γνωρίζω κάτι συγκεκριμένο. Ο Ερντογάν όμως δίνει την αίσθηση ότι είναι κουρασμένος και καταπονημένος.

Αυτό άλλωστε φαίνεται κι από την τηλεόραση, προσθέτω εγώ. Δεν χρειάζεται να πας στην Αγκυρα για να το δεις.

Παρ’ όλα αυτά κάποιος πρέπει να έχει πείσει τον (ασθενή ή κουρασμένο) τούρκο πρόεδρο ότι την Ελλάδα την έχουμε μισή μισή. Εμείς κι αυτός.

Δεν εξηγείται διαφορετικά πως ακόμη και στις διεθνείς επαφές συμπεριφέρεται σαν επικυρίαρχος. Με τη συνηθισμένη ανατολίτικη χοντροκοπιά του.

Στις χωριστές συνομιλίες που είχε στη Ρώμη με τον Τζο Μπάιντεν και τον Εμανουέλ Μακρόν φέρεται (μεταξύ άλλων) να είπε:

* Οτι η αμερικανική βάση στην Αλεξανδρούπολη «αναστατώνει σοβαρά» τον τουρκικό λαό – ο οποίος (υποθέτω) σε ποσοστό 99% ούτε ξέρει πού πέφτει η Αλεξανδρούπολη…

* Οτι κακώς πούλησε στην Ελλάδα τα Ραφάλ ο Μακρόν, τον οποίο μάλιστα προειδοποίησε ότι «σε ξεγελάνε, ξέρω πως αυτοί δεν έχουν χρήματα διότι χρωστούν στη Δύση 400 δισ. ευρώ» – αγνοώντας προφανώς πως επανέκαμψε ο ανεπανάληπτος Γιώργος και έκτοτε «λεφτά υπάρχουν!».

* Οτι δεν θα μετάσχει στη διάσκεψη για τη Λιβύη που οργανώνει η Γαλλία στο Παρίσι (12/11) «αν συμμετάσχουν η Ελλάδα, η Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ». Ολοι καταλαβαίνουμε τώρα γιατί η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί στις δύο προηγούμενες διασκέψεις του Βερολίνου για τη Λιβύη που οργάνωνε η Μέρκελ!

* Οτι οι εξοπλισμοί της Ελλάδας κρύβουν μια «κρυφή ατζέντα» σε αντίθεση με τη χώρα του, η οποία «μιλάει ανοιχτά» και (υποθέτω) εξοπλίζεται για αυστηρά αθλητικούς λόγους!

Στη συνέχεια, αφού κατάλαβε ότι τον αντιμετωπίζουν περίπου σαν ενόχληση, τα μάζεψε από τη Ρώμη και με κάποια αφορμή γύρισε στην Αγκυρα χωρίς να πάει στη Σύνοδο του ΟΗΕ στη Γλασκώβη όπως ήταν προγραμματισμένο.

Είναι αλήθεια πως κάποιες αιτιάσεις του Ερντογάν (για τις αμυντικές συμμαχίες, το κόστος των εξοπλισμών, τις βάσεις, την «κρυφή ατζέντα» κ.λπ.) τις συμμερίζεται παραδόξως κι ένα τμήμα της εγχώριας αντιπολίτευσης.

Χαρακτηριστική είναι η άποψη ότι η Ελλάδα «κινείται στη λογική πειθαναγκασμού της Τουρκίας να συμμορφωθεί (σαν ένα «απροσάρμοστο παιδί»), κάτι που οι γνωστοί για την υπερηφάνειά τους Τούρκοι ποτέ δεν θα δεχτούν ειδικά επειδή προέρχεται από μια μικρότερη χώρα» (Αλ. Ηρακλείδης, «Συμμαχίες-εξοπλισμοί: αναγκαία επιλογή;», «Εφ.Συν.», 30/1).

Νομίζω ότι τέτοιες απόψεις στερούνται της σοβαρότητας που θα τους προσέδιδε κάποια ιδιαίτερη σημασία.

Αλλά αυτό δεν καθιστά λιγότερο ορατό ή λιγότερο επικίνδυνο το γεγονός πως, ούτως ή άλλως, ο Ερντογάν κινείται με μια αντίληψη επικυριαρχίας ή κηδεμονίας. Μια αντίληψη η οποία περνάει μέσα κι από την ευθεία αμφισβήτηση του ελληνικού εθνικού χώρου.

Πρώτα ήταν τα σύνορα στον Εβρο. Υστερα τα θαλάσσια σύνορα στα νησιά. Μετά τα ίδια τα νησιά, των οποίων η Τουρκία αμφισβητεί πλέον την κυριαρχία με το πρόσχημα της «μη αποστρατιωτικοποίησης».

Από κοντά τα κυριαρχικά δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα, την ΑΟΖ, στον «ενιαίο χώρο έρευνας-διάσωσης» κ.λπ. Κι όλα μαζί με τη γενικότερη αναθεωρητική στάση απέναντι στη Συνθήκη της Λωζάννης.

Τίθεται ή δεν τίθεται λοιπόν ένα ζήτημα «συμμόρφωσης»;

Με άλλα λόγια δεν έχουμε πλέον «διαφορές» οι οποίες (με τον έναν ή τον άλλον τρόπο) θα μπορούσαν να λυθούν, αλλά ένα συνολικό σχέδιο τουρκικής επικυριαρχίας, το οποίο καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδεχτεί.

Ευλόγως λοιπόν η κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν υπάρχει κάτι για συζήτηση κι απλώς δεν επιθυμεί (για διάφορους κατανοητούς λόγους) να κλείσει τα κανάλια επικοινωνίας με το καθεστώς Ερντογάν.

Πράγμα που καθιστά άλλωστε εκτός τόπου και χρόνου την απλοϊκή άποψη του Γ. Κατρούγκαλου ότι η πολιτική απομόνωσης της Τουρκίας είναι «νεοδημοκρατική προπαγάνδα» («Αυγή», 2/11).

Διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Ζούμε σε συνθήκες αναμέτρησης, ευτυχώς ακόμη χωρίς ακραίες πολεμικές καταστάσεις.

Το ερώτημα λοιπόν για την ελληνική πολιτική δεν είναι ο Ερντογάν. Με αυτόν έχουμε νομίζω ομοθύμως καταλήξει ότι δεν γίνεται χωριό. Μόνο οι πιο ακραίοι οπαδοί του κατευνασμού εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι υπάρχουν περιθώρια στις σημερινές συνθήκες «να τα βρούμε».

Το κεντρικό ερώτημα είναι τι θα υπάρξει μετά τον Ερντογάν, όταν και αν αυτός αποχωρήσει από την εξουσία. Ούτως ή άλλως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν περιέλθει εδώ και καιρό σε καθεστώς παρατεταμένης ψυχρότητας χωρίς ορατή ημερομηνία λήξης.

Δεν θα κάνω τον «τουρκολόγο» (που δεν είμαι…), ούτε θα αρχίσω τις μαντεψιές για τα εσωτερικά της Τουρκίας.

Για να είμαι ειλικρινής όμως δυσκολεύομαι να φανταστώ μια ήπια και ομαλή αποχώρηση του Ερντογάν από την εξουσία λόγω κάποιου εκλογικού αποτελέσματος. Η Τουρκία δεν είναι Λουξεμβούργο, ούτε καν Ελλάδα, όπου όποιος χάνει στην κάλπη πάει σπίτι του.

Περισσότερο φαντάζομαι μια παρατεταμένη φθορά ενός καθεστώτος που θα αφυδατώνεται και θα αναδιπλώνεται γύρω από τον πυρήνα της εξουσίας του. Κι όσο αντέξει…

Αλλά εκείνοι θα κάνουν ό,τι τους φωτίσει ο Αλλάχ. Εμείς;

Εμείς θα περάσουμε δύο – τρία παρακινδυνευμένα χρόνια έως το 2023 – 2024 όταν θα αρχίσει να υλοποιείται το εξοπλιστικό πρόγραμμα και να αποκαθίσταται μια ισορροπία. Μεσολαβεί δηλαδή ένα κενό.

Και δεν σας κρύβω ότι με βασανίζει μια δυσεπίλυτη απορία.

Πότε κτυπάς εκείνον επί του οποίου επιδιώκεις να κυριαρχήσεις; Αφού εξοπλιστεί κι όταν ενισχυθεί ή πριν;

 

in.gr