Ουκρανία: η διπλωματία συνεχίζεται αλλά και τα στρατεύματα παρατάσσονται
3 months, 22 days ago
6

Η κρίση γύρω από την Ουκρανία συνεχίζεται, με διπλωματικές επαφές αλλά και παράταξη στρατιωτικών δυνάμεων

Ολοένα και περισσότερο η ουκρανική κρίση εξελίσσεται σε μια συνολικότερη αντιπαράθεση ανάμεσα σε διαφορετικά μπλοκ δυνάμεων αλλά και διαφορετικές αντιλήψεις για τη συλλογική ασφάλεια και στον κόσμο. Η έκβασή της θα καθορίσει, εάν θα πάμε σε έναν κόσμο ακόμη πιο διαιρεμένο και συγκρουσιακό ή σε μια νέα προσπάθεια διεθνούς συνεννόησης.

Η διάταξη των δυνάμεων

Γύρω από τη διάταξη των στρατιωτικών δυνάμεων εξακολουθούν να υπάρχουν συγκρουόμενα αφηγήματα.

Η μία εκδοχή, που κυρίως διακινείται από την πλευρά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους είναι πως η Ρωσία αναζητά πρόσχημα για μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Ουκρανίας που σκοπό έχει να εξασφαλίσει ότι η Ουκρανία δεν θα ακολουθήσει μια πιο δυτικόφιλη πορεία και δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.

Για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις ΗΠΑ, η Ρωσία τον τελευταίο χρόνο έχει μεταφέρει έναν μεγάλο αριθμό στρατιωτικών δυνάμεων κοντά στα σύνορά της με την Ουκρανία, αλλά και σε περιοχές όπως η σύμμαχός της Λευκορωσία, με σκοπό να είναι σε θέση, όποτε το αποφασίσει, να εισβάλει στην Ουκρανία, αξιοποιώντας το γεγονός ότι διαθέτει υπέρτερες στρατιωτικές δυνάμεις.

Απέναντι σε αυτή την προοπτική το τελευταίο διάστημα έχει γίνει μια προσπάθεια να ενισχυθεί η άμυνα της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ, κυρίως με τη μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού από ΝΑΤΟϊκές χώρες, με παράλληλη αναβάθμιση και της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, όμως στις χώρες-μέλη, μια που οι ΗΠΑ έχουν κάνει σαφές ότι οι ίδιες δεν θα έχουν εμπλοκή, αφήνοντας αυτή την επιλογή στα ίδια τα κράτη-μέλη. Ενδεικτικό πάντως ότι η Γερμανία έχει δηλώσει ότι δεν θα στείλει όπλα, ούτε θα επιτρέψει την παραχώρηση οπλικών συστημάτων που έχει δώσει σε άλλα κράτη-μέλη και ότι απλώς θα στείλει στην Ουκρανία τον εξοπλισμό για ένα νοσοκομείο εκστρατείας.

Σε αυτή την ενίσχυση περιλαμβάνονται και οπλικά συστήματα που έχουν πάρει οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις με δική τους πρωτοβουλία, όπως είναι για παράδειγμα η συνεργασία με την Τουρκία ως προς την απόκτηση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Ωστόσο, ακόμη και έτσι σε περίπτωση επίθεσης, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ένα σαφές πλεονέκτημα, ιδίως ως προς την ικανότητά τους να εξαπολύουν μια γρήγορη επίθεση, με λογική «συντριπτικού χτυπήματος».

Από την άλλη μεριά, η ρωσική κυβέρνηση επιμένει ότι δεν έχει πρόθεση να εισβάλει, στο βαθμό που δεν παραβιάζονται οι «κόκκινες γραμμές», ενώ επισημαίνει ότι οι δυνάμεις της δεν είναι σε διάταξη εισβολής και ότι ως ένα βαθμό πρόκειται για δυνάμεις που ούτως ή άλλως στρατοπέδευαν στην περιοχή. Όμως, ακόμη και εάν δεν επίκειται άμεση ρωσική ένοπλη πρωτοβουλία, είναι σαφές ότι η τρέχουσα διάταξη των ρωσικών δυνάμεων στην περιοχή, όπως και τα στρατιωτικά γυμνάσια που κατά καιρούς γίνονται, σαφώς παραπέμπουν σε λογική «επίδειξης δύναμης», ακριβώς εντός μιας λογικής ότι εάν χρειαστεί η Ρωσία μπορεί όντως να εισβάλει. 

Το ερώτημα των κυρώσεων

Παρά την προσπάθεια των ΗΠΑ και άλλων ΝΑΤΟϊκών χωρών, όπως π.χ. η Βρετανία – που δείχνει να έχει αρκετά ενεργό ανάμειξη – να ενισχύουν κατά το δυνατό την άμυνα της Ουκρανίας, φαίνεται ότι ως βασικό αποτρεπτικό μέσο χρησιμοποιούνται οι αυστηρές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας.

Πρακτικά, αυτό που έχει γίνει σαφές είναι ότι θα γίνει μια μεγάλη προσπάθεια να αποκοπεί η Ρωσία από ένα μεγάλο μέρος των παγκόσμιων οικονομικών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων και των πολύτιμων για αυτή εξαγωγών κυρίως ενέργειας, μέχρι του σημείου της αποπομπής από το παγκόσμιο σύστημα συναλλαγών SWIFT.

Την ίδια στιγμή, η Μόσχα δείχνει να προετοιμάζεται ακόμη και για τέτοιες κυρώσεις. Τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα είναι πάρα πολύ υψηλά, διαθέτει σημαντικές υποδομές και αρκετές συναλλαγές με χώρες εκτός Δύσης, την ώρα που έχει ήδη κάνει βήματα για τη διαμόρφωση εναλλακτικών συστημάτων διεθνών συναλλαγών που να παρακάμπτουν το σύστημα SWIFT.

Άλλωστε, αυτή είναι και μια βασική παράμετρος της διαρκούς αναβάθμισης των σχέσεων με την Κίνα και της όλης κατεύθυνσης για μια «ευρασιατική» ολοκλήρωσης.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι τυχόν κυρώσεις δεν θα λειτουργήσουν ως ένα παράγοντας άμεσης μεγάλης κρίσης, κατάρρευσης ή πυροδότησης αντικυβερνητικής έκρηξης.

Αυτό φυσικά δεν αναιρεί ότι τυχόν σύγκρουση και επιβολή κυρώσεων από τη Δύση, θα έχει πραγματικό κόστος και σε ρωσικές επιχειρήσεις, που δεν θα μπορούσαν να κάνουν συναλλαγές με τη Δύση και σε λαϊκά στρώματα που θα πλήρωναν το κόστος από τον σχετικό περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό θα μπορούσε να επιτείνει τη δυσαρέσκεια σε βάρος της κυβέρνησης. 

Η παράλληλη μάχη της διπλωματίας

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι οι εξελίξεις μπορούν να περιγραφούν απλώς με το γνωστό δημοσιογραφικό κλισέ για τα «τύμπανα του πολέμου».

Είναι σαφές ότι αρκετές πλευρές σταθμίζουν το κόστος μιας σύγκρουσης. Στις ΗΠΑ, παρά την ύπαρξη σημαντικής μερίδας ανθρώπων στο ευρύτερο φάσμα του πολιτικού, διπλωματικού και στρατιωτικού κατεστημένου που δείχνουν σήμερα να προκρίνουν την κλιμάκωση, στο όριο του να εύχονται τη ρωσική εισβολή ως ευκαιρία να δείξει η Συμμαχία ότι μπορεί να επιβάλει κυρώσεις να ανακόψει την προσπάθεια της Μόσχας να κατοχυρώσει τις δικές της θέσεις, υπάρχουν και φωνές που θεωρούν ότι το κόστος από μια στρατιωτική εμπλοκή να είναι μεγαλύτερο από το όποιο όφελος.

Αντίστοιχα και η Μόσχα δείχνει ότι αναζητά μια διπλωματική διέξοδο από την ένταση, εκτιμώντας ότι παρά την υπεροπλία και την προετοιμασία για τις κυρώσεις, η όλη υπόθεση θα μπορούσε να έχει τελικά μεγαλύτερο κόστος παρά όφελος. 

Η αναζήτηση σημείου ισορροπίας

Ωστόσο, δεν είναι μια εύκολη διαπραγμάτευση. Ο λόγος έχει να κάνει με τις κάπως ασύμμετρες τοποθετήσεις ως προς τη διπλωματική διέξοδο.

Η Ρωσία έχει κάνει σαφές ότι το επίδικο της διαπραγμάτευσης δεν είναι τόσο η ουκρανική κρίση, όσο μια νέα αρχιτεκτονική συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη. Αυτό που κυρίως επιδιώξει είναι μια αναγνώριση από τις ΗΠΑ ότι μπορεί να ζητήσει να μην έχει άμεσες απειλές κοντά στα σύνορά της. Αυτός είναι ο συμβολισμός του αιτήματος «να επιστρέψουν τα πράγματα στις εγγυήσεις της δεκαετίας του 1990».

Αυτό, όμως, είναι δύσκολο για τις ΗΠΑ που έχουν στρατηγική τοποθέτηση υπέρ της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και θέλουν να ασκήσουν τη μέγιστη πίεση και στη Ρωσία και στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένης και της ανάλογης διάταξης επιθετικών οπλικών συστημάτων όπως είναι οι αντιβαλλιστικές συστοιχίες. Αυτό σημαίνει ότι για τις ΗΠΑ οι όποιες εγγυήσεις μπορούν να προσφέρουν αφορούν περισσότερο τη διαχείριση της τρέχουσας κατάστασης, π.χ. με μια διαρκή αναβολή της εξέτασης του ουκρανικού αιτήματος για είσοδο στο ΝΑΤΟ (όχι όμως και ρητή άρνηση), παρά την εξέταση του αιτήματος της Ρωσίας για μια «επανεκκίνηση» ουσιαστικά του καθεστώτος συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη.

Προφανώς και ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις μπορεί κανείς να σκεφτεί ένα φάσμα από ενδιάμεσες τοποθετήσεις, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα νέο σημείο ισορροπίας. Όμως, αυτό θα προϋπέθετε ότι και οι δύο πλευρές θα αναγνώριζαν έναν ορίζοντα μιας «ειρηνικής συνύπαρξης» και συνεργασίας, που δείχνει ασύμβατος, τόσο με την τρέχουσα περιγραφή της Ρωσίας ως απειλής από αρκετές νατοϊκές χώρες.

Πάντως η επιδίωξη να μη σταματήσει η διπλωματική διαδικασία ήταν εμφανής τόσο στη συνάντηση Λαβρόφ και Μπλίνκεν όσο και στο γεγονός ότι ακόμη με απόσταση ανάμεσα στις εκατέρωθεν τοποθετήσεις έχει ξεκινήσει διάλογος και επί κειμένων, με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να απαντούν εγγράφως στις προτάσεις συνθηκών που κατέθεσε η Ρωσία.

Ενδιαφέρον είχε επίσης και η δήλωση Λαβρόφ σε σχέση με τη δυνατότητα της Ρωσίας να έχει συνομιλίες με την Ουκρανία σε σχέση με την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων, με την επισήμανση ωστόσο ότι το πρόβλημα με τις ανατολικές επαρχίες θα πρέπει να ακολουθηθούν οι προβλέψεις της Συμφωνίας του Μινσκ δηλαδή η διαδικασία της Ομάδας Επαφής, εντός του σχήματος της Νορμανδίας (δηλαδή συμμετοχή Γερμανίας, Γαλλίας, Ουκρανίας και Ρωσίας) και βεβαίως διαπραγμάτευση ανάμεσα στο Κίεβο και τους «αυτονομιστές». Αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία προσπαθεί να διατυπώσει και τη δική της εκδοχή «αποκλιμάκωσης», απέναντι σε μια ρητορική «κλιμάκωσης» στην οποία έχει επενδύσει η κυβέρνηση Ζελένσκι.

Την ίδια στιγμή, μπορεί να δίνεται συχνά μεγάλη δημοσιότητα στην τοποθέτηση της βρετανικής κυβέρνησης, που όμως αντανακλά περισσότερο τη στρατηγική επιλογή ιδίως των Συντηρητικών στη μετα Brexit εποχή να λειτουργήσουν ως αιχμή του δόρατος μιας – στα μάτια τους – ανανεωμένης αμερικανοβρετανικής «ειδικής σχέσης», ή στους υψηλούς τόνους των μετασοβιετικών κρατών-μελών της διεύρυνση του ΝΑΤΟ, που απηχούν πάγιες αντιρωσικές θέσεις, όμως έχει μια σημασία και η στάση άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Και αυτό γιατί διατηρεί τη βαρύτητά της, η σχετικά πιο προσανατολισμένη στη διπλωματική λύση στάση της Γερμανίας και της Γαλλίας, που πιθανώς αποτυπώνει και τη μεγαλύτερη συγκριτικά ανησυχία τους για την πολιτικά αλλά και οικονομική επίπτωση μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης για την Ευρώπη.

in.gr