Γιάννης Κουκουράκης: «Πέρα από τα μπράτσα, έχεις να μας δείξεις και κάτι;»
15 days ago
6

Ο Γιάννης Κουκουράκης είναι ένας από τους νέους ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς του, ενώ κέρδισε το τηλεοπτικό κοινό με τις υποκριτικές του μέσα από το ρόλο του στην επιτυχημένη σειρά «Άγριες Μέλισσες».

Σε πρόσφατη συνέντευξη που παραχώρησε στο Βημαgazino, ο Γιάννης Κουκουράκης, μίλησε μεταξύ άλλων για την αγάπη του για την υποκριτική, αλλά και τις δυσκολίες και τις προκλήσεις με τις οποίες έχει βρεθεί αντιμέτωπος στον χώρο.

Ο ίδιος μάλιστα αποκάλυψε την πιο δυσάρεστη εμπειρία που είχε σε οντισιόν, από την οποία τελικά σηκώθηκε και έφυγε.

Κύριε Κουκουράκη, η παρά­σταση «1821 – Η Επιθεώρηση» όπου παίζετε από τη μία χαρί­ζει άπειρες στιγμές γέλιου, από την άλλη μοιάζει με ένα σκλη­ρό χαστούκι στη νοοτροπία του νεοέλληνα, αποκαθηλώνοντας εθνικούς μας μύθους.

«Νομίζω ότι μια επιθεώρηση έχει πάντα και τα σκληρά και τα πιο ανάλαφρα μέρη της.

Η παρά­σταση αυτή δεν έχει στόχο ούτε να αποκαθηλώσει τους ήρωες του 1821 ούτε τίποτα τέτοιο. Αν υπάρχει ένας στόχος, αυτός είναι η αφύπνιση για τα κακώς κείμε­να του σήμερα, πατώντας πάνω στη δική μας νοοτροπία.

Από αυ­τή την άποψη, δεν μπορώ να πω ότι υπάρχει κάτι σκληρό.

Νομίζω γενικά ότι αυτή η παράσταση εί­ναι και μια πρόταση να επανα­προσδιοριστεί και η επιθεώρηση ως είδος.

Να ειπωθούν κάποια πράγματα με διαφορετικό στυλ και τρόπο. Αν δεν απατώμαι, την τελευταία φορά που παίχθηκε επι­θεώρηση ήταν πριν από τουλάχι­στον δέκα χρόνια».

 

Στο δικό σας κεντρικό νούμε­ρο, «Μη μας τηράτε πλέον», εσείς υποδύεστε τον Καραϊ­σκάκη και ο Γιώργος Γάλλος τον Κολοκοτρώνη.

«Ναι. Το εντυπωσιακό είναι ότι μέχρις ενός σημείου ουσιαστικά το κείμενο είναι οι πραγματικοί λόγοι των δύο ηρώων.

Και εγώ αρχικά δεν το είχα συνειδητο­ποιήσει, θα νόμιζε κανείς ότι κάποιος έβαλε τους δύο ήρωες να συνομιλούν.

Κι όμως, είναι δικά τους λόγια.

Δεν μπορώ να πω ότι νιώθω δέος γιατί υποδύο­μαι τον Καραϊσκάκη, καθώς αυ­τό συμβαίνει στο πλαίσιο μιας επιθεώρησης, που γίνεται μεν με απόλυτο σεβασμό, αλλά εμείς καλούμαστε να επικοινωνήσουμε το χάος του σήμερα…».

Ένα πολύ σκερτσόζικο νούμερο είναι αυτό στο οποίο παρουσι­άζετε σκηνές από την Επανά­σταση όπως θα τις σκηνοθε­τούσαν ο Γιάννης Οικονομίδης, ο Γιώργος Λάνθιμος, αλλά και ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, αντίστοιχα. Εσείς μάλιστα βρί­σκεστε στη σκηνή με τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου. Πώς είναι αυτή η συνύπαρξη;

«Απολαυστική. Ξαφνικά βρίσκε­σαι στη σκηνή με ανθρώπους που έβλεπες μικρός. Δηλαδή δεν φα­νταζόσουν ότι κάποια στιγμή θα ήσουν συνάδελφος με τη Μίρ­κα ότι θα κάνετε χαβαλέ εκτός σκηνής. Είναι μια ηθοποιός πολύ δοτική. Δίνει στον συμπαίκτη της χώρο. Για εμένα αυτό είναι και το θέατρο: ο ένας πιάνεται από τον άλλον για να δημιουργήσει κάτι. Εκτός σκηνής η Μίρκα με πειράζει και μου λέει συνέχεια ότι είμαι τρελός. Και μπορεί και να έχει δίκιο»

 

Αγαπάτε την κωμωδία;

«Πάρα πολύ».

Φαντάζομαι ότι λόγω φιζίκ θα ήταν μάλλον πιο εύκολο για εσάς να επαναπαυθείτε κυρίως σε ρό­λους ζεν πρεμιέ…

«Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ. Τι πάει να πει; Να το παίζει κάποιος όμορφος; Να το παίζει Τζον-Τζον; Εντάξει, η εξωτερική εμ­φάνιση υπάρχει. Άλλος είναι κο­ντός. Άλλος είναι ψηλός. Άλλος με κοιλιακούς.

Αν επενδύσεις μό­νο σε αυτή, μάλλον πρέπει να κά­νεις μια άλλη δουλειά.

Πάντως, η αντίληψη ότι ένας «ωραίος» δεν μπορεί να κάνει και πολλά στο θέατρο είναι ελληνικό κλι­σέ. Όχι, δεν χρειάζεται να έχεις μπιροκοιλιά και καράφλα για να θεωρηθείς καλός ηθοποιός.

Μπορεί ένας πολύ όμορφος άν­δρας, μια πολύ όμορφη γυναίκα, να πάρουν το βραβείο Χορν και το Μερκούρη, αντίστοιχα.

Και εκφράζομαι έτσι χονδροειδώς γιατί δεν ξέρω πώς έχει περάσει στη συνείδηση των ανθρώπων του χώρου ότι η ποιότητα και η εργατικότητα συνδυάζονται με μια παραίτηση. Λάθος».

Εσείς βιώσατε ρατσισμό λόγω εμφάνισης;

«Στα πρώτα μου βήματα, αλλά είχα την «αυθάδεια»-ευθύτητα να το αντιμετωπίσω. Θυμάμαι, πάω στην οντισιόν και ήταν του στυλ: «Πέρα από τα μπράτσα, έχεις να μας δείξεις και κάτι;».

Ανέβηκα, έκανα αυτό που μου ζήτησαν και τελικά μου λένε: «Σε παίρνουμε. Μας άρεσες πο­λύ». «Ναι, αλλά εμένα δεν μου αρέσετε» είπα και έφυγα».