Παναγιώτης Μπρατάκος : «Είχα δάσκαλο το πρόσωπο των ημερών – Μου την έπεσε ένας καθηγητής»
One week ago
6

Αποκαλυπτικός ήταν ο Παναγιώτης Μπρατάκος για όσα βίωσε κατά την 13χρονη πορεία του στο θεατρικό σανίδι.

Ο ίδιος άφησε πίσω του την ηθοποιία το 2019 και πλέον μένει μόνιμα στην Κύπρο.

Σε μακροσκελές κείμενό του στο Facebook, λέει μεταξύ άλλων: “Εγώ έφυγα από το θέατρο. Τόσες μέρες βλέπω, ακούω και δαγκώνω τη γλώσσα μου για να μη μιλήσω”… και λίγο πιο μετά αναφέρει: “Στο πρώτο έτος μου την έπεσε ένας καθηγητής. Τον έγραψα στα α@@@α μου.

Συνέχισα να τον γράφω στο ίδιο σημείο τόσο τότε, όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν. Κάποιος άλλος στη θέση μου, ένα έτος πριν ή δέκα έτη μετά πληγώθηκε, κατακρεουργήθηκε και ίσως τώρα να ετοιμάζεται να στείλει στο διάολο τον συγκεκριμένο δια παντός. Να τον στείλει.

Για τον Δημήτρη Λιγνάδη, σχολίασε: «Είχα δάσκαλο το πρόσωπο των ημερών. Διάβαζε καλά την ποίηση με λίγο ψεύδισμα, πολύ σάλιο και μια δική του τρέλα. Την είχα ακούσει την ποίηση και καλύτερα. Πίστευε πως ο πατέρας του ήταν η κορυφή της φιλολογίας. Τον διάβασα. Δεν ήταν. Ένας καλός φιλόλογος ήταν, που παγκοσμίως είχε ξεπεραστεί εδώ και δεκαετίες, είχα ήδη διαβάσει πολύ πιο επιδραστικά έργα, από ανθρώπους που τα έγραψαν στα 35 και τα 40 τους».

Δείτε ολόκληρη τη συγκλονιστική ανάρτηση του Παναγιώτη Μπρατάκου:

«2006-2019 και δεν ξαναπατώ σανίδια.
Εγώ έφυγα από το θέατρο.
Τόσες μέρες βλέπω, ακούω και δαγκώνω τη γλώσσα μου για να μη μιλήσω. Έφυγες, λέω, γάμα το, στείλτο στο διάολο. Έχεις φύγει.
Τέλειωσε.
Δυστυχώς, αν δεν μιλάς κι αν αρνείσαι την ιστορία σου στο τέλος καταλήγεις με ένα πλάκωμα στο στήθος και με ένα “γιατί δεν μίλησες τότε;” να σου κεντρίζει το δεξί νεφρό τα βράδια.
Κι από αυτό το πλάκωμα υποφέρει μια ολόκληρη χώρα, ίσως και δύο αν πιάσω και την Κύπρο που ζω πλέον. Όχι μόνο στο θέατρο. Σε κάθε τομέα.
Κι είναι ωραίο που άνθρωποι αποφασίζουν να στείλουν το πλάκωμα στο στήθος και τους δαίμονες τους στον αγύριστο. Είναι μια ελπίδα αυτό, μια χαραυγή. Μια βάση και πολλές υποσχέσεις για κάτι λίγο πιο φωτεινό.
Εγώ πέρσι έφυγα από το θέατρο.

Και φέτος καταλαβαίνω, γιατί πάσχιζα να φύγω χρόνια τώρα.
Και καταλαβαίνω επίσης ξεκάθαρα πως η εξουσία τείνει να είναι παιδόφιλη και έτσι επιτέλους μου εξηγείται το γιατί τόσες κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια γάμησαν τη νιότη της γενιάς μου και των επόμενων γενεών. Δεν χρειάζεται να αναρωτιόμαστε ούτε “γιατί τώρα”, ούτε “αν τα ήθελε”. Όλους μας πήδηξαν. Άλλους ψυχικά και άλλους – δυστυχέστατα- ψυχή τε και σώματι. Αν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το μαρτύριό τους ήμαστε απάνθρωποι, δεν θα πω ζώα, τα ζώα συνήθως είναι πιο ευαίσθητα από τους πλείστους ανθρώπους.
Εγώ έφυγα. Και τώρα, έχοντας βρει την ισορροπία μου, πασχίζω να καταλάβω τι με οδήγησε σε εκείνο το ερείπιο στην Πειραιώς, γλωσσολόγο άνθρωπο 23 ετών, με τα πτυχία μου, τι με οδήγησε σε εκείνη την Ανώτερη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Μια δική μου ανάγκη γνώσης; Δεν ήμουν και θεατρόφιλος. Μια αντίδραση στην προοπτική του βιβλιοφάγου επιστήμονα; Μια ανάγκη να μάθω κάτι άλλο;
Έβγαλα τα τρία χρόνια σε εκείνο το ερείπιο, πασχίζοντας να κατανοήσω την τέχνη και τους ανθρώπους της. Ένιωθα εξωγήινος ανάμεσά τους.

Ευτύχησα να έχω εξαιρετικούς καθηγητές στη Φιλολογία και τη Γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο, οπότε οι επιστήμονες και οι φιλόλογοι της σχολής, με την εξαίρεση του Διονύση Καψάλη, φαίνονταν ημιμαθείς ξερόλες μπροστά σε ανθρώπους που, χωρίς να δρέπουν χειροκροτήματα και κρατικές καρέκλες, τους είχαν αφήσει χιλιόμετρα πίσω και δίδασκαν σαφώς καλύτερα την κατανόηση των κειμένων.
Πάσχισα να καταλάβω την υποκριτική και την ουσία της. Μου άρεσε σαν τέχνη, δεν έσμιγα με τους ανθρώπους της.
Στο πρώτο έτος μου την έπεσε ένας καθηγητής. Τον έγραψα στα αρχίδια μου. Συνέχισα να τον γράφω στο ίδιο σημείο τόσο τότε, όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν. Κάποιος άλλος στη θέση μου, ένα έτος πριν ή δέκα έτη μετά πληγώθηκε, κατακρεουργήθηκε και ίσως τώρα να ετοιμάζεται να στείλει στο διάολο τον συγκεκριμένο δια παντός. Να τον στείλει.
Είχα δάσκαλο το πρόσωπο των ημερών. Διάβαζε καλά την ποίηση με λίγο ψεύδισμα, πολύ σάλιο και μια δική του τρέλα. Την είχα ακούσει την ποίηση και καλύτερα. Πίστευε πως ο πατέρας του ήταν η κορυφή της φιλολογίας. Τον διάβασα. Δεν ήταν. Ένας καλός φιλόλογος ήταν, που παγκοσμίως είχε ξεπεραστεί εδώ και δεκαετίες, είχα ήδη διαβάσει πολύ πιο επιδραστικά έργα, από ανθρώπους που τα έγραψαν στα 35 και τα 40 τους.

Η επιστήμη προχωράει.
Ο κόσμος προχωράει.
Στην πορεία μου είδα ανθρώπους με όνειρα να σαρώνονται.
Είδα ανθρώπους με όνειρα να διαφθείρονται.
Είδα ανθρώπους να στέκουν με τη γλώσσα καρφωμένη να γλείφει ασταμάτητα κάθε σκηνοθέτη, κάθε φτωχοδιάβολο διευθυντή σε οποιοδήποτε θεσμό. Να χάνουν κάθε αξιοπρέπεια για μία θέση, για ένα ρόλο.
Εγώ έφευγα. Έτρεχα. Δρομέας. Μακριά.
Πλήρωσα το κόστος.
Είδα ανθρώπους να βραβεύουν αλλήλους άνευ λόγου και αιτίας και άνευ αξιοκρατίας.
Είδα ανθρώπους να εκμεταλλεύονται τη θέση τους, για να κερδίσουν όσα στην κοινωνική ζωή δεν θα κέρδιζαν ποτέ. Λυπημένοι, κομπλεξικοί άνθρωποι.
Τέλειωσα το Εθνικό το 2009 και δεν πήγα σε καμία ακρόασή του.
Δεν ήθελα ούτε να το δω.

Γνώρισα και εξαιρέσεις. Λίγες. Πολύ λίγες. Γίναμε φίλοι. Παραμένουμε. Για αυτούς γράφω τώρα. Εγώ έφυγα. Οι φίλοι μου όχι.
Πέρα από τους φίλους μου, τους περισσότερους ωραίους ανθρώπους του χώρου δεν τους γνώρισα προσωπικά. Με κρατούσε μακριά αυτή η φυγή. Δεν έβγαινα, δεν έπινα ποτά, δεν πήγαινα σε ακροάσεις. Τους διαβάζω συχνά στα social. Μου αρέσουν. Δεν κάνω like. Αυτή η φυγή πέρασε στο αίμα μου.
Θα μου πάρει χρόνια να καταλάβω τι με κράτησε δέκα χρόνια σε ένα χώρο που η πλειοψηφία των ανθρώπων του με έκανε να τρέχω μακριά, χωρίς λεφτά, χωρίς καμία ουσιαστική συνεισφορά στο βιωτικό μου επίπεδο. Θα μου πάρει χρόνια να καταλάβω γιατί άργησα τόσο πολύ να δω τις εναλλακτικές από τις πρώτες μου σπουδές, να εξελιχθώ, να προχωρήσω.
Έχει μια γλυκύτητα η τέχνη του θεάτρου. Σε βάζει στη διαδικασία να μεταμορφωθείς, να προσφέρεις, να βιώσεις και να βιώσουν μαζί σου. Όταν γίνεται σωστά. Εθίζεσαι στο χειροκρότημα, το μοίρασμα και στην ελπίδα πως κάποια στιγμή θα βρεθείς στην πρώτη γραμμή. Όχι για την πρώτη γραμμή. Για τα έργα, για τους ρόλους, για τα λόγια. Για τον θίασο. Για τα όνειρά σου.

Αξίζει μέσα στις δυσκολίες του χώρου, να δημιουργηθεί ένα υγιέστερο τοπίο. Δεν θα πω υγιές, γιατί οι δομές, οι κλίκες, τα στημένα και οι αυλές δεν αλλάζουν. Εκεί είναι αιώνες τώρα και το θέατρο είναι μέρος τους, αντανάκλαση της κοινωνίας.
Ας είναι όμως υγιέστερο. Να ανασαίνουν οι άνθρωποι του χωρίς φόβο, να χαίρονται την τέχνη και το όνειρό τους.
Αυτό γίνεται τώρα. Και εύχομαι να συνεχίσει μέχρι τέλους, χωρίς φόβο.
Για τους φίλους που έχω , για τους φίλους που θα μπορούσα να έχω και τους πήρε η μπάλα μιας φυγής αυτοπροστατευτικής και για όλους τους φίλους που δεν θα προλάβω να γνωρίσω. Και για τους φίλους τους. Και για τους φίλους των φίλων τους.
Και πάει λέγοντας μέχρι το τέρμα της ανθρωπιάς.
#eimasteoloimazi κι ας έφυγα.»

in.gr