Μπορούμε να αντέξουμε την επόμενη οικονομική κρίση;
2 months, 1 day ago
6

Σαν σήμερα, δέκα χρόνια πριν, η Lehman Brothers κατέρρευσε, σηματοδοτώντας τη χειρότερη χρηματοοικονομική κρίση του αιώνα, ένα «κατακλυσμικό» γεγονός του οποίου οι επιπτώσεις εξακολουθούν να αντηχούν μέχρι σήμερα.

Η τέταρτη μεγαλύτερη αμερικανική επενδυτική τράπεζα, η Lehman, ανακοίνωσε χρεοκοπία στις 15 Σεπτεμβρίου 2008. Οι μετοχές βούτηξαν κατακόρυφα, και οι χρηματοπιστωτικές αγορές πάγωσαν. Οι επενδυτές, μη γνωρίζοντας πόσο συνδεδεμένοι μεταξύ τους και εκτεθειμένοι ο ένας στον άλλον ήταν οι μεγαλύτεροι χρηματοπιστωτικοί παίχτες, φοβήθηκαν πως ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα θα κατέρρεε.

Μια δεκαετία αργότερα, και εν μέσω «οιωνών» για νέες φούσκες, ένα μεγάλο ερώτημα που προβληματίζει την αγορά είναι εάν τα βήματα που ακολούθησε ο πλανήτης μετά την κρίση έχουν καταστήσει το παγκόσμιο σύστημα αρκετά ισχυρό ώστε να αντέξει το επόμενο σοκ.

Παρότι οι τράπεζες είναι ασφαλέστερες πλέον σε γενικές γραμμές από ότι ήταν πριν την κρίση, οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειες είναι αισθητές ακόμη. Η μόχλευση έχει μεταφερθεί από τους καταναλωτές στις εταιρείες, και μέρος του ρίσκου έχει «φορτωθεί» από τους παραδοσιακούς δανειστές/τράπεζες στις «τράπεζες-σκιές» (shadow banks – μη ρυθμιζόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν σαν τράπεζες).

Οι σχέσεις μεταξύ των παραδοσιακών τραπεζών και των shadow banks είναι υπαρκτές, και το bailout από τις τσέπες των φορολογούμενων, παρότι λιγότερο πιθανό, είναι ακόμη ένα σενάριο.

Οι τράπεζες είναι ασφαλέστερες

Η πιο σημαντική βελτίωση που έχει σημειωθεί στις τράπεζες είναι η ραγδαία αύξηση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις και στο τι ορίζεται ως επαρκές capital buffer (κεφαλαιακό απόθεμα – το λεγόμενο «μαξιλάρι») ενάντια σε πιθανές ζημιές.

Η Lehman και όλες οι μεγάλες τράπεζες είχαν πολύ μικρό buffer το 2007 -περίπου 2 δολάρια μαξιλάρι για κάθε 100 δολάρια περιουσιακών στοιχείων- και φυσικά δε χρειάστηκαν μεγάλες ζημιές για να σβηστεί εύκολα το μαξιλάρι. Αυτό σημαίνει ότι η αξία των asset αυτών χρειαζόταν να πέσει μόλις 2% για να εξαλειφθεί το μετοχικό κεφάλαιο. Πλέον, με σχεδόν 7$ μαξιλάρι για κάθε 100$, οι τράπεζες διαθέτουν επαρκέστερο buffer προκειμένου να ανταπεξέλθουν σε απρόβλεπτες ζημιές όταν θα χτυπήσει η επόμενη κρίση.

Μεγαλύτερο κεφάλαιο, μικρότερο ρίσκο

Οι κορυφαίες αμερικανικές τράπεζες έχουν σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερο κεφάλαιο πλέον, ως ποσοστό των περιουσιακών τους στοιχείων (assets)

nextfin1.PNG

«Η ανθεκτικότητα των μεγαλύτερων τραπεζών είναι αρκετά υψηλή αυτή τη στιγμή», δηλώνει ο Daniel Tarullo, ο οποίος επέβλεπε τις χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις της Fed μέχρι πέρυσι. «Θα ήταν καλό να διέθεταν λίγο ακόμη κεφάλαιο και να είναι ακόμη πιο ανθεκτικές, ωστόσο αυτό που έχουμε αυτή τη στιγμή, αν συντηρηθεί, είναι αρκετά καλό».

Οι τράπεζες συρρικνώνονται

Ο λόγος assets προς ΑΕΠ των 10 κορυφαίων τραπεζών του πλανήτη προ κρίσης έχουν συρρικνωθεί την τελευταία δεκαετία

nextfin2.PNG

Οι ρυθμίσεις και οι αυστηρότεροι κανονισμοί έχουν περιορίσει την ανάπτυξη των κορυφαίων τραπεζών. Παρότι εξαγόρασαν (διέσωσαν) τους μικρότερους ανταγωνιστές τους στην κορύφωση της κρίσης, ακόμη κι οι JP Morgan και η Bank of America είναι πλέον μικρότερες από οτι ήταν το 2007, συνυπολογίζοντας την οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ έκτοτε.

Κάποιοι ευρωπαϊκοί γίγαντες όπως η Royal Bank of Scotland και η ING, οι οποίες διασώθηκαν (bail-out) από τις κυβερνήσεις τους, είναι πλέον λιγότερο από το 1/3 του προ-κρίσης εαυτού τους, όταν μετρώνται σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας.

Εξαίρεση αποτελεί η Κίνα, η οποία πλέον κατέχει τις 5 από τις 10 μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου (με βάση τα περιουσιακά στοιχεία, τα assets). Μόνο αυτές οι πέντε τράεπεζες μαζί κατείχαν assets που στο α’ τρίμηνο του 2018 αντιστοιχούσαν στο 131% του κινεζικού ΑΕΠ, ενώ το 2007 το ποσοστό αυτό ήταν στο 114%.

Πιο σταθερή χρηματοδότηση

Οι μεγάλες τράπεζες έχουν μειώσει την εξάρτησή τους σε βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση που έκανε φτερά κατά την κρίση, αντικαθιστώντας της πλέον με καταθέσεις

nextfin3.PNG

Οι μεγαλύτερες τράπεζες έχουν επίσης αναγκαστεί να απλοποιήσουν τη νομική δομή τους. Την ίδια στιγμή η χρηματοδότηση είναι πιο σταθερή. Η μισή από τη βραχυχρόνια χρηματοδότηση/πίστωση η οποία προερχόταν από μεταμεσονύχτιες συμφωνίες επαναγοράς και άλλες ασταθείς πηγές έχει πλέον αντικατασταθεί από καταθέσεις, τις παραδοσιακές, διότι υποστηρίζονται από ασφάλιση.

Η Goldman Sachs, η οποία μετά βίας είχε καταθέσεις πριν την κρίση, πλέον βασίζεται σε αυτές για το 16% της χρηματοδότησής της και σκοπεύει να επεκτείνει τη λιανική τραπεζική της. Η Deutsche Bank, η μεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα της Ευρώπης, προσπαθεί να μετατραπεί σε περισσότερο καταναλωτική τράπεζα στη Γερμανία.

Λιγότερο ριψοκίνδυνες μπίζνες

Τα κέρδη των κορυφαίων μπρόκερς προέρχονται πλέον σε μικρότερο ποσοστό από το trading τίτλων

nextfin4.PNG

Αυτό ουσιαστικά σημαίνει πως οι τράπεζες έχουν εν μέρει αποστραφεί από το trading, τις συναλλαγές ριψοκίνδυνων χρηματοοικονομικών προϊόντων και στρέφονται περισσότερο στις απλές/ βασικές τραπεζικές λειτουργίες όπως το δανεισμό σε εταιρείες και καταναλωτές. Βέβαια η στροφή αυτή έχει μειώσει τα κέρδη των τραπεζών από το trading στις κεφαλαιαγορές.

Η νέα «νόρμα»

Η Fed ήταν η πρώτη κεντρική τράπεζα που περιέκοψε τα βασικά επιτόκια σχεδόν στο μηδέν στο τέλος του 2008 προκειμένου να ανακόψει τη βουτιά των τιμών στα περιουσιακά και επενδυτικά assets. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Αγγλίας ακολούθησαν στις αρχές του 2009, αν και χρειάστηκε άλλα πέντε χρόνια προτού η ΕΚΤ μειώσει στο μηδέν το δικό της επιτόκιο αφότου η ευρωζώνη διένυε τη δική της νομισματική κρίση, με την Ελλάδα να χρειάζεται αναδιάρθρωση χρέους, ενώ πολλές ακόμη κυβερνήσεις ζητούσαν οικονομική βοήθεια από τις Βρυξέλλες.

Στον πάτο τα επιτόκια

Οι κεντρικές τράπεζες έριξαν τα επιτόκια στο μηδέν ή και κάτω από αυτό κατά την κρίση του 2008. Πολλές τα κράτησαν εκεί

nextfin5.PNG

Καθώς η Fed έχει σταδιακά αυξήσει τα επιτόκια τα τελευταία τρία χρόνια, άλλες κεντρικές τράπεζες παραμένουν κολλημένες σε μηδενικά ή και αρνητικά επιτόκια.

Αρνητικές αποδόσεις

Τρισεκατομμύρια δολάρια χρέους πλέον κοστίζουν χρήμα στους κατόχους ομολόγων, αντί να τους αποφέρουν τόκο

nextfin6.PNG

Οι Κεντρικές τράπεζες επίσης αγόρασαν ομόλογα αξίας σχεδόν 10τρισ. δολαρίων, μια πολιτική ευρέως γνωστή ως ποσοτική χαλάρωση (QE). Οι αγορές ομολόγων καθώς και τα αρνητικά επιτόκια έφεραν τις αποδόσεις πολλών κυβερνητικών ομολόγων σε αρνητικό έδαφος.

Αυτό ουσιαστικά σημαίνει πως οι δανειστές πλήρωναν τις κυβερνήσεις για να κρατούν χρέος τους, αντί να ζητούν τόκο. Αυτές οι πολιτικές χρέους είναι μέρος αυτής της νέας «νόρμας», ένας όρος που έγινε δημοφιλής από τον γνωστό επικεφαλής οικονομικό σύμβουλο της Allianz, Mohamed El-Erian.

«Όταν θέτεις το επιτόκιο αναφοράς στο 0% κι έχεις να κάνεις με γεμάτο λογιστικό βιβλίο (σσ. προϋπολογισμό ενός κράτους), τότε έιναι πολύ δύσκολο να το αλλάξεις αυτό», δηλώνει ο Thomas Hoenig, πρώην μέλος της ομάδας που λάμβανε αποφάσεις για τη νομισματική πολιτική της Fed. «Τα φουσκωμένα αυτά λογιστικά βιβλία θα παραμείνουν έτσι για πολύ καιρό. Οι αρμόδιοι νομισματικής πολιτικής θα πρέπει να εξουδετερώσουν τις ανισορροπίες που δημιουργούνται από τους φουσκωμένους προϋπολογισμούς, αλλά θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί όταν το κάνουν».

Αυξανόμενη ανισορροπία

Το ποσοστό επί του παγκοσμίου πλούτου που κατέχει μόλις το 1% έχει αυξηθεί κατά 10%

nextfin7.PNG

Το QE και τα χαμηλά επιτόκια έχουν ενισχύσει τις αγορές παγκοσμίως, με τον Dow Jones να έχει τριπλασιαστεί από το 2008, και τους DAX (Γερμανία) και Nikkei (Ιαπωνία) να έχουν σχεδόν διπλασιαστεί. Όμως ενώ οι αγορές καλπάζουν, οι μισθοί έχουν περιοριστεί, με τους ρυθμούς αύξησης τους να είναι πολύ χαμηλότεροι από ότι θα έπρεπε σε μια μετα-κρίσης περίοδο, γεγονός που αυξάνει την εισοδηματική ανισότητα.

Τα ανομοιόμορφα αυτά οφέλη της ανάκαμψης από την κρίση έχουν τροφοδοτήσει την άνοδο του λαϊκισμού σε ΗΠΑ και Ευρώπη, κάτι που είναι φυσιολογικό να συμβαίνει μετά από μια οικονομική κρίση, καθώς οι ψηφοφόροι τα ρίχνουν στις μειονότητες ή τους μεταναστάτες για την οικονομική τους απαξίωση, σύμφωνα με την ανάλυση του Manuel Funke, ερευνητή του Ινστιτούτου Kiel για την Παγκόσμια Οικονομία στη Γερμανία.

Η μόχλευση έχει μεταπηδήσει στις εταιρείες

Η κρίση του 2008 ήταν αποτέλεσμα της -υπερβολικά- εύκολης πρόσβασης των αμερικανικών νοικοκυριών σε φθηνό χρήμα/δανεισμό προκειμένου να αγοράσουν σπίτια. Τα δάνεια δεν ήταν φθηνά επειδή τα επιτόκια ήταν χαμηλά – για την ακρίβεια τα επιτόκια ήταν υψηλότερα από ότι σήμερα- όμως ήταν πολύ χαμηλά τα αρχικά επιτόκια και για πολλά χρόνια προτού ανέλθουν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα.

Αυτό σήμαινε πως οι ιδιοκτήτες ακινήτων μπορούσαν να αναχρηματοδοτηθούν προτού τα νέα υψηλότερα επιτόκια έμπαιναν σε εφαρμογή, χάρις τις ολοένα αυξανόμενες τιμές ακινήτων καθώς περισσότεροι αγοραστές εισέρχονταν στην τρέλα αυτή.

Αυτή η «πυραμίδα Πόνζι» δημιούργησε μια γιγαντιαία βιομηχανία δανεισμού η οποία έπεισε εκατομμύρια ανθρώπους αμφιβόλου εισοδήματος να πάρουν δάνεια που δε μπορούσαν να πληρώσουν. Όταν οι τιμές των ακινήτων εκτοξεύτηκαν, τα πάντα κατέρρευσαν. Η ζημιά που έγινε από τη φούσκα ακινήτων πολλαπλασιάστηκε εξ αιτίας των πολύπλοκων χρεογράφων, ασφαλίστρων κινδύων κλπ τα οποία η Wall Street είχε «σκαρφιστεί» προκειμένου να πακετάρει τα δάνεια, καθώς και τα σχετικά πονταρίσματα στο χρηματιστήριο παραγώγων. Σχεδόν οι μισές ζημιές προήλθαν από Ευρωπαϊκές τράπεζες που είχαν αγοράσει πολλά από τα χρεόγραφα.

Οι Αμερικανοί περιορίζουν τα χρέη τους

Οι Αμερικανοί καταναλωτές έχουν μειώσει το χρέος τους ως επί του ΑΕΠ, ενώ οι εταιρείες αύξησαν το δικό τους

nextfin8.PNG

Καθώς εκατομμύρια Αμερικανοί έχασαν τα σπίτια τους κι έγιναν ξανά νοικιάρηδες, μέρος του χρέους ήταν γραμμένο για τις εγγυήσεις και μόνο, οι οποίες είχαν καταρρεύσει. Οι Αμερικανοί έκτοτε πληρώνουν τα χρέη τους. Βάσει αυτών των παραγόντων και χάρις στα μικρότερα επιτόκια, το ποσοστό εισοδήματος ενός νοικοκυριού που χρησιμοποιείται για αποπληρωμές χρεών βρίσκεται πλέον σε χαμηλό 40ετίας.

Καθώς όμως πραγματοποιούνταν η απομόχλευση από τους καταναλωτές, οι εταιρείες άρχισαν να δανείζονται, κάποιες χρησμιποιώντας τις προσόδους χρεών προκειμένου να επαναγοράσουν ιδίες μετοχές. Υπάρχουν εταιρείες με μεγάλα κεφαλαιακά αποθέματα και λίγο χρέος , και άλλες βουτηγμένες μέχρι τα «αυτιά» σε αυτό.

Το πιο ριψοκίνδυνο είδος εταιρικού χρέους έχει εκτιναχθεί

Η έκδοση αμερικανικών μοχλευμένων δανείων και ομολόγων-σκουπιδιών έχει υπερδιπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία

nextfin9.PNG

Το κυνήγι των αποδόσεων στο τρέχον χαμηλών επιτοκίων περιβάλλον έχει οδηγήσει σε ράλι και στα ομόλογα-σκουπίδια (κατηγορία junk). Εταιρείες των οποίων το χρέος χαρακτηρίζεται επισφαλές καταφέρνουν να δανείζονται σε ολοένα χαμηλότερα spread σε σχέση με τα ασφαλή καταφύγια.

Μέρος του ρίσκου έχει μεταφερθεί στις Τράπεζες «Σκιές»

Το σύστημα που οδήγησε στην κρίση βασίστηκε ουσιαστικά σε ένα μοντέλου παραγωγής-διανομής, όπου οι μεγάλες τράπεζες όπως η Lehman χρηματοδοτούσαν τρίτους, στην προκειμένη δανειστές ενυπόθηκων δανείων (ή μπορεί να τους κατείχαν κιόλας), και στη συνέχεια «πακετάρανε» τα δάνεια σε χρεόγραφα τα οποία μπορούσαν να πουλήσουν σε επενδυτές.

Το σύστημα τα έφτυσε όταν οι αγοραστές για αυτά τα χρεόγραφα άρχισαν να εκλείπουν, όμως τα «εργοστάσια παραγωγής» συνέχιζαν να γεμίζουν λογιστικά φύλλα με απούλητα χρεόγραφα που υποστηρίζονταν από ενυπόθηκα δάνεια, ή με εγγυημένες υποχρεώσεις χρέους (CDOs – Collateralized Debt Obligations ή αλλιώς εξασφαλισμένα ομόλογα χρέους ή ομόλογα ασφαλισμένων δανείων) φτιαγμένες από αυτά τα χρεόγραφα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα CDOs που συναρμολογούνταν από τα trading desks αγοράζονταν από traders άλλων desks οι οποίοι μπορούσαν να επενδύσουν με ίδια κεφάλαια της τράπεζας!

Μετατόπιση ρίσκου

Μικρότεροι ανταγωνιστές και μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν αρπάξει το μερίδιο αγοράς των μεγάλων τραπεζών σε ότι αφορά τα μοχλευμένα δάνεια

nextfin10.PNG

Πιθανόν να είναι καθησυχαστικό το ότι οι μεγαλύτερες τράπεζες δεν αγγίζουν πλέον τον πιο ριψοκίνδυνο τύπο δανεισμού στη σημερινή αγορά – τα μοχλευμένα δάνεια. Οι υψηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις και οι αυστηρότερες ρυθμίσεις από τις Αρχές σε ότι αφορά το υπολογισμένο ρίσκο έχουν στρέψει μακριά από αυτούς τους κινδύνους τις τράπεζες.

Το κενό βέβαια έχουν καλύψει τα hedge funds, οι μικρότερες τράπεζες και οι μη τραπεζικοί μπρόκερς. Η Jefferies Financial Group, μια ανεξάρτητη χρηματομεσιτική εταιρεία της οποίας το μερίδιο αγοράς στην αναδοχή (εγγύηση) μοχλευμένων δανείων το 2007 βρισκόταν στο 0,07&, είναι πλέον από τους κορυφαίους παίχτες-αναδόχους δανείων στην αγορά με ποσοστό 3%. Υπήρχαν μόλις 60 τέτοιοι εγγυητές-ανάδοχοι που αναλάμβαναν τέτοια δάνεια μια δεκαετία πριν. Σήμερα είναι 150.

Είναι τα CLO τα νέα CDO;

Τα ομόλογα βασισμένα στα μοχλευμένα δάνεια έχουν εκτοξευθεί, όπως έκαναν τα αντίστοιχα ομόλογα βασισμένα στα ενυπόθηκα δάνεια πριν την κρίση

nextfin11.PNG

Τα μοχλευμένα δάνεια πλέον «πακετάρωνται» και πωλούνται ως εγγυημένες υποχρεώσεις δανείων (CLO). Σας θυμίζει κάτι; Και η αγορά των CLO μάλιστα έχει αυξηθεί και φτάνει στα προ-κρίσης επίπεδα των CDO!

Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά που κάνει τα CLO του σήμερα λιγότερο τρομαχτικά: Τα δάνεια που τα συνθέτουν υποστηρίζονται από εγγυήσεις (collateral), και αν μία εταιρεία από αυτές που συνθέτουν το μείγμα πτωχεύσει, τότε ο επενδυτής μπορεί να αντλήσει πόρους πουλώντας τις εγγυήσεις. Τα CDO πριν την κρίση ήταν βασισμένα σε χρεόγραφα που υποστηρίζονταν από ενυπόθηκα δάνεια τα οποία δεν είχαν τέτοιες δικλείδες.

Όμως – οι συμβάσεις/συμβόλαια των μοχλευμένων αυτών δανείων, δηλαδή οι χρηματοοικονομικοί όροι που επιβάλλουν οι δανειστές στους δανειολήπτες- όλο και χαλαρώνουν, και η Moody’s προειδοποιεί για τους κινδύνους αυτού εδώ και πάνω από ένα χρόνο. Και για πολλές εταιρείες, τα μοχλευμένα δάνεια είναι το μοναδικό χρέος, αφαιρώντας έτσι την ασφάλεια του να είναι κάποια τράπεζα ο μεγαλύτερος δανειστής σε μια αλυσίδα πιστωτών, μειώνοντας το περιθώριο κάλυψης των ζημιών στο ενδεχόμενο χρεοκοπίας, σύμφωνα με τη Moody’s.

Οι δεσμοί μεταξύ Παραδοσιακών Τραπεζών και Τραπεζών Σκιών είναι πιο αδύναμοι

Με το ρίσκο να μετατοπίζεται στις τράπεζες-σκιές, δηλαδή σε hedge funds, ασφαλιστικές εταιρείες, ανεξάρτητους ντίλερς-μπρόκερς (χρηματομεσίτες) και άλλους ενδιάμεσους οι οποίοι δεν είναι άμεσοι δέκτες τραπεζικών καταθέσεων, πολλοί σκεπτικιστές αμφισβητούν το κατά πόσο οι κυβερνήσεις θα προβούν σε bail-out (διάσωση) τέτοιων μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων όταν θα χτυπήσει η επόμενη κρίση.

Με άλλα λόγια, τώρα που οι μεγάλες τράπεζες «χαλιναγωγούνται» έστω σε κάποιο βαθμό, μήπως οι τράπεζες-σκιές είναι αυτές που έχουν γίνει too big too fail; (πολύ μεγάλες για να καταρρεύσουν – βλέπε Deutsche Bank κ.α. που σώθηκαν με bail-out)

Πλέον η Moody’s λαμβάνει υπόψιν κάποιο επίπεδο κυβερνητικής υποστήριξης στις αξιολογήσεις της όσον αφορά τα κεντρικά αυτά ιδρύματα εκκαθάρισης χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Όμως όλοι οι οίκοι αξιολόγησης λάμβναν υπόψιν τέτοιου είδους κυβερνητική υποστήριξη για τις κορυφαίες τράπεζες του κόσμου κατά την κορύφωση της κρίσης.

Ο επικίνδυνος «καταρράκτης»

Τα κέντρα εκκαθάρισης χρηματοοικονομικών συναλλαγών μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια από τις μεγάλες τράπεζες όταν συσσωρεύουν ζημιές

nextfin12.PNG

Παράλληλα υπάρχει το ρίσκο πως οι «σκιώδεις» αυτοί παίχτες θα μπορούσαν να παρασύρουν μαζί τους τις τράπεζες. Όταν οι ζημιές ενός κέντρου εκκαθάρισης χρηματοοικονομικών συναλλαγών συσσωρεύονται, τότε αυτό μπορεί να ζητήσει περαιτέρω κεφάλαια από τα μέλη του – τις μεγάλες τράπεζες. Επομένως δεν είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς μια κατάσταση στην οποία οι μπελάδες του ενός δεν θα μεταφερθούν σε όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

«Τα χρηματοπιστωτικά αυτά ιδρύματα είναι καλά κεφαλαιοποιημένα, και οι μεγάλες τράπεζες είναι ακόμη καλύτερα κεφαλαιοποιημένες από ότι ήταν πριν την κρίση], δηλώνει ο Barney Frank, ο οποίος συνέταξε τη ρυθμιστική οδηγία Dodd Frank (τον τραπεζικό κανόνα του 2010) μαζί με τον δημοκρατικό Chris Dodd. «Αυτό δίνει στο χρηματοοικονομικό σύστημα δύο λωρίδες προστασίας σε περίπτωση χρεοκοπιών».

Δεσμοί που… δεσμεύουν

Ο απευθείας τραπεζικός δανεισμός από funds έχει συρρικνωθεί μετά την κρίση

nextfin13.PNG

Κάποιες τράπεζες-σκιές έχουν συρρικνωθεί από την κρίση κι έπειτα, εν μέρει λόγω των νέων ρυθμιστικών κανονισμών και των χαμηλών επιτοκίων. Funds τα οποία επένδυαν σε μη κυβερνητικό χρέος αποτελούσαν βασική πηγή χρηματοδότησης τραπεζών και μη χρηματοπιστωτικών ιδρυματών πριν την κρίση. Ήταν ντε φάκτο αποδέκτες καταθέσεων παρόλο που δεν πλήρωναν ποτέ εγγύηση καταθέσεων όπως οι τράπεζες.

Όταν μία από αυτές τινάχτηκε στον αέρα εξ αιτίας της έκθεσης της στη Lehman, η κυβέρνηση χρειάστηκε να εγγυηθεί προσωρινά για τα 3 τρισ. δολάρια καταθέσεων που φυλάσσονταν σε τέτοια funds. Ενώ η αγορά επενδύσεων από funds σε κυβερνητικά ομόλογα έχει κάπως αναπτυχθεί, τα υπόλοιπα funds έχουν συρρικνωθεί κατά 3/4 κάτω από τα 500 δισ. δολάρια.

Οι μετα-κρίσης αλλαγές στους κανονισμούς για τα funds απαιτεί πλέον από αυτά να έχουν κυμαινόμενες καθαρές αξίες ενεργητικού -με άλλα λόγια δε μπορούν πλέον να προσποιούνται ότι είναι ασφαλείς (άνευ ρίσκου) λογαριασμοί καταθέσεων οι οποίοι θα επιστρέψουν πάντοτε την αρχική επένδυση. Παράλληλα ο δανεισμός των funds σε τράπεζες έχει συρρικνωθεί.

Ο κίνδυνος είναι πως καθώς τα επιτόκια αυξάνονται, το χρήμα μπορεί να γυρίσει πίσω στα funds, αναζητώντας καλύτερες αποδόσεις. Μετά οι τράπεζες θα πρέπει να πάνε να ξαναδανειστούν από τα funds, κάτι που τις καθιστά πιο ευάλωτες.

«Η αναδιάρθρωση της αγοράς χρήματος δεν έχει δοκιμαστεί ακόμη πλήρως εξ αιτίας των χαμηλών επιτοκίων», αναφέρει ο Jeremy Stein, πρώην διοικητής της Fed που διδάσκει χρηματοοικονομικά στο Χάρβαρντ. «Οι κυμαινόμενες καθαρές αξίες ενεργητικού θα αποθαρρύνουν τους ανθρώπους από το να συρρέουν στα funds ακόμη κι όταν τα επιτόκια αυξηθούν; Δεν γνωρίζουμε στα σίγουρα».

Αυξανόμενη έκθεση στη «σκιά»

Ο δανεισμός από τις 8 κορυφαίες αμερικανικές τράπεζες σε μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί από το 2010

nextfin14.PNG

Οι τράπεζες θα μπορούσαν να βρεθούν σε μπελάδες αν οι μικρότεροι σκιώδεις δανειστές που έχουν καλύψει το κενό στις ριψοκίνδυνες αγορές καταρρεύσουν. Παρότι οι δεσμοί μεταξύ παραδοσιακών τραπεζών και shadow banks δεν είναι οι καλύτεροι, ο αυξημένος δανεισμός από τράπεζες σε μη τραπεζικά ιδρύματα φανερώνει πως η σύνδεση αυτών των δύο μεταξύ τους ίσως έχει γίνει ισχυρότερη.

Το bail-out από τους φορολογούμενους είναι λιγότερο πιθανό

Οι μεγάλες τράπεζες παραμένουν οι μεγαλύτεροι παίχτες στην «αδιαφανή» αγορά παραγώγων. Παρότι μέρους του ρίσκου έχει μετατοπιστεί στα κέντρα εκαθθάρισης χρηματοοικονομικών συναλλαγών, οι έξι κορυφαίες αμερικανικές τράπεζες εξακολουθούν να κατέχουν το 35% των συμβολαίων παραγώγων παγκοσμίως (το 2010 ήταν στο 45%).

Μικρότερη αλλά ακόμη υπερβολικά μεγάλη

Η αξία των παραγώγων που συνδέει τις τράπεζες με τις τράπεζες-σκιές είναι επτά φορές μεγαλύτερη του παγκοσμίου ΑΕΠ

nextfin15.PNG

Επειδή δεν υπάρχουν δημόσια στοιχεία των αντισυμβαλλομένων μερών στην $532 τρισ. αγορά παραγώγων, είναι αδύνατον να γνωρίζει κανείς η κατάρρευση ενός μεγάλου hedge fund θα σήμαινε επηρέαζε αρνητικά και αυτές τις τράπεζες μέσω από τα παράγωγα. Όμως εξακολουθεί να δεσμεύει τους έξι κορυφαίους παίχτες μεταξύ τους.

Όχι τόσο μεγάλη «σκιά»;

Παρότι η χορηγούμενη πίστωση των τραπεζών-σκιών έχει αυξηθεί, εξακολουθεί να φαντάζει μικροσκοπική πλάι σε αυτή των τραπεζών

nextfin16.PNG

Και παρότι η σκιώδης τραπεζική έχει αναπτυχθεί μετά την κρίση, αρπάζοντας μερίδια από πολλές «γωνιές» της παγκόσμιας αγοράς, οι παραδοσιακές τράπεζες εξακολουθούν να κυριαρχούν σε ότι αφορά το δανεισμό, αντιπροσωπεύοντας το 60% της παγκόσμιας χορηγούμενης πίστωσης. Το ποστοστό αυτό δεν έχει αλλάξει πολύ από το 2002, την πρώτη χρονιά που άρχισαν να δημοσιεύονται τα σχετικά δεδομένα.

Ως μέρος της μετα-κρίσης αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ΗΠΑ και ΕΕ ανέπτυξαν μηχανισμούς επίλυσης κρίσεων για τις μεγαλύτερες τράπεζες, που θα διευκόλυνε τις εξαγορές καθώς και τις εκκαθαρίσεις συστημικών τραπεζών από ρυθμιστικές αρχές. Παρότι κάποιες τράπεζες θα εμφάνιζαν ζημιές σε μια τέτοια διαδικασία επίλυσης, η κυβέρνηση υποτίθεται πως ανακτά όλους τους πόρους που μπορεί να παράσχει ως προσωρινή ρευστότητα έως το τέλος της εκκαθάρισης.

Το αμερικανικό σχέδιο επίλυσης κρίσεων ευνοεί τραπεζικές μονάδες που έχουν εγγυήσεις καταθέσεων έναντι των μητρικών εταιρειών τους, σε περίπτωση κατάρρευσης. Στην περίπτωση αυτή, οι μέτοχοι της εταιρείας συμμετοχών θα εξαλείφονταν και μέρος του χρέους των πιστωτών θα μετατρέπονταν σε ίδια κεφάλαια, καθιστώντας νέους μετόχους πλέον του πιστωτές. Το νέο αυτό κεφάλαιο θα εισέρρεε στις λειτουργικές μονάδες προκειμένου να συνεχίσουν να λειτουργούν κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης.

Δυσπιστία στην επίλυση κρίσεων;

Τα κόστη δανεισμού από τις μεγάλες τράπεζες και τις θυγατρικές τους δεν έχουν αποκλίνει

nextfin17.PNG

Αυτή η διαφορποιημένη μεταχείριση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής τράπεζας θα έπρεπε να έχει αυξήσει το spread μεταξύ των επιτοκίων των ομολόγων που εκδίδουν και οι δυο τους, κάτι που όμως δεν έχει συμβεί από τότε που οι νέοι κανονισμοί άρχισαν να εφαρμόζονται, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Fed της Νέας Υόρκης. Αυτό αποτελεί ένδειξη πως η αγορά θεωρεί πως στηνεπόμενη κρίση θα υπάρξουν bailouts (διάσωση) από τις μεγάλες τράπεζες.

Οι σκεπτικιστές καταλήγουν στο ότι ο μηχανισμός επίλυσης κρίσεων μπορεί να λειτουργήσει όταν έχουμε να κάνουμε με μια απομονωμένη περίπτωση κατάρρευσης τράπεζας, αλλά όχι όταν περισσότερες από μία κορυφαίες τράπεζες βρίσκονται σε μπελάδες. Όταν μια συστημική κρίση θα μας χτυπήσει την πόρτα, αυτοί που χαράσσουν τη νομισματική πολιτική ίσως διστάσουν να εφαρμόσουν τον μηχανισμό επίλυσης κρίσεων, δηλώνει ο Tarullo, πρώην επικεφαλής ρυθμιστής της Fed.

«Θα πουν, δεν το έχουμε ξανακάνει ποτέ αυτό, θα έπρεπε να το δοκιμάσουμε τώρα;», λέει ο Τarullo. «Υπάρχει πιθανότητα να πουν: Ας μην τζογάρουμε. Ή ίσως και να τζογάρουν, δοκιμάζοντας με την πρώτη τράπεζα που θα καταρρεύσει, αλλά δεν θα ρισκάρουν με τις υπόλοιπες.»