Αναρωτήθηκες ποτέ πώς είναι να κλειδώνεις το σπίτι σου για πάντα;
4 months, 24 days ago
6

Αναρωτήθηκες ποτέ πως είναι να φεύγεις; Πως είναι να πρέπει να φύγεις; Να βάλεις σε μια τσάντα δυο πράγματα μόνο, γιατί άλλα δεν μπορείς; Πως είναι να φοράς ένα σωσίβιο, να στριμώχνεσαι σε μια βάρκα που ξέρεις πως μπορεί να τρυπήσει ή να μπάσει νερό, ν’ αναρωτιέσαι αν θα φτάσεις, να βλέπεις τα κύματα να σε σκεπάζουν, να φτάνεις, να σε μαζεύουν οι λιμενικοί ή οι ψαράδες, εσένα, τα παιδιά σου και την τσάντα σου, να σε τρέχουν σε αστυνομικά τμήματα για να τους πεις ποιος είσαι, να σε πετάνε σε καταυλισμούς ή χοτσποτ, να σου σερβίρουν φαγητό κρύο, πάντα κρύο σε πλαστικό σερβίτσιο, να περιμένεις στη σειρά για τουαλέτα, να ψάχνεις μια σερβιέτα ή μια πάνα για το παιδί σου, φάρμακο ή γιατρό, να σε βρίζουν και να σου φωνάζουν, «λάθρε, λάθρε φύγε», να νευριάζουν που δεν καταλαβαίνεις τη γλώσσα που σου μιλάνε, να είσαι ξένος, συνέχεια ξένος, να περιμένεις για άσυλο, να είσαι άνεργος ενώ είχες τη στρωμένη τη δουλειά σου, να μη σπουδάζεις, να μην ερωτεύεσαι, να μην κάνεις έρωτα, να μην πηγαίνεις να κουρευτείς, να ζητάς ψαλίδι για να κόψεις τα νύχια σου και μια χτένα να ξεμπλέξεις τα μαλλιά σου, να φοβάσαι, να κρυώνεις, να μην σου επιτρέπεται να ταξιδέψεις, να μην μπορείς να δεις άλλη χώρα, άλλη πόλη, να είσαι εγκλωβισμένος εδώ, εδώ για όσο θέλουν εκείνοι, να ξυπνάς τα βράδια με εφιάλτες, ν’ ακούς τις βόμβες, να βλέπεις νεκρούς, η πόλη σου ρημαγμένη, το σχολείο των παιδιών σου γκρεμισμένο, η αυλή σου καμμένη, όλα ξεράθηκαν, όλα, τα λουλούδια σου ξεράθηκαν, ν’ αφήνεις πίσω το σκυλί σου κι η γάτα σου πέθανε πάει καιρός, κείνα τα πουλιά που άκουγες στα δέντρα σου σίγησαν κι αυτά, η μάνα δεν θα σε ξαναδεί, μήτε κι ο πατέρας.

Αναρωτήθηκες ποτέ πως είναι να κλειδώνεις το σπίτι σου για πάντα; Να βάζεις το κλειδί, να το γυρνάς και να φεύγεις; Να φεύγεις μακριά γιατί το σπίτι σου, άσυλο δεν μπορεί πια να σου προσφέρει;Αναρωτήθηκες ποτέ πώς είναι να ψάχνεις καταφύγιο;