H φτώχεια μπορεί να αλλάξει τον εγκέφαλο με πολύ άσχημο τρόπο
3 months, 13 days ago
6

Γνωρίζουμε ήδη ότι οι φτωχοί φτωχαίνουν. Και όταν μεγαλώνεις φτωχός, αυξάνονται οι πιθανότητες να είσαι φτωχός και ως ενήλικας. Όμως οι νευροεπιστήμονες έχουν ξεκινήσει να βλέπουν αυτήν την τάση υπό ένα νέο πρίσμα, καθώς μελετούν τις επιδράσεις της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, κατά τα παιδικά χρόνια.

Οι επιστήμονες διερευνούν εδώ και χρόνια τον τρόπο που το εισόδημα, ο πλούτος, το κύρος και η εκπαίδευση –δηλαδή, το κοινωνικοοικονομικό στάτους ή αλλιώς SES– σχετίζεται με άλλα αποτελέσματα. Βλέπουν σταθερά ότι τα άτομα με υψηλότερο SES, τα καταφέρνουν καλύτερα από ό,τι τα άτομα με χαμηλότερο SES στα τεστ ευφυΐας και στις σχολικές επιδόσεις. Σε μια έρευνα διαπιστώθηκεότι ο μέσος όρος IQ μιας ομάδας παιδιών από φτωχές μητέρες αστικών κέντρων ήταν μονάχα 80 (ο μέσος όρος για όλες τις ηλικίες είναι 100).

Καθώς μειώνεται το εισόδημα των γονέων, το ίδιο συμβαίνει και με τις δυνατότητες των παιδιών στην ανάγνωση και τη μνήμη. Μια έρευνα διαπίστωσε ότι οι επιδόσεις σε τεστ αξιολόγησης μνήμης των ατόμων που περνούν ολόκληρη τη ζωή τους στη φτώχεια, είναι κατά 20% χαμηλότερες από των παιδιών που δεν υπήρξαν ποτέ φτωχά. Οι γλωσσικές ικανότητες σχετίζονται επίσης με το SES. Μια κλασική έρευνα έδειξε ότι το λεξιλόγιο των τρίχρονων παιδιών από οικογένειες επαγγελματιών ήταν διπλάσιο, σε σχέση με παιδιά των οποίων οι οικογένειες ζούσαν με επιδόματα της Πρόνοιας.

«Δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι το SES επηρεάζει τον εγκέφαλο των ανθρώπων», λέει η Martha Farah, γνωστική νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Πενσιλβάνια. Πράγματι, πρόσφατες έρευνες με χρήση μαγνητικής τομογραφίας αποκαλύπτουν μεγάλες διαφορές στην εγκεφαλική δομή των παιδιών, ανάλογα με την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται διαφορές στο μέγεθος των περιοχών του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για τη μνήμη, τη μάθηση, τις εκτελεστικές λειτουργίες και άλλες. Κάποιες από αυτές τις διαφορές, όπως το πάχος του φλοιού, παρατηρούνται ήδη από τον πρώτο μήνα.

Σε μια έρευνα, την οποία πραγματοποίησε η Kim Noble από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, παιδιά από οικογένειες με εισόδημα 25.000 δολάρια τον χρόνο ή και λιγότερα, είχαν κατά 6% μικρότερη έκταση εγκεφαλικού φλοιού –το εξωτερικό στρώμα του εγκεφάλου που σχετίζεται με τις γλωσσικές, της αναγνωστικές και τις εκτελεστικές λειτουργίες, το οποίο εξακολουθεί να αναπτύσσεται και να εξελίσσεται, μέχρι την εφηβεία– από ό,τι τα παιδιά που προέρχονταν από οικογένειες με εισόδημα άνω των 150.000 δολαρίων τον χρόνο. Οι επιπτώσεις του εισοδήματος στη δομή του εγκεφάλου ήταν ιδιαίτερα έντονες στα πιο φτωχά παιδιά.

Αυτό που έχει σημασία εδώ, είναι ότι η κοινωνικοοικονομική κατάσταση είναι τουλάχιστον εν μέρει η αιτία –και όχι το αποτέλεσμα– αυτών των διαφορών. Όσο πιο νωρίς βιώνει κανείς στη ζωή του τη φτώχεια, τόσο λιγότερο ανεπτυγμένες θα είναι, πιθανότατα, οι γνωστικές του ικανότητες. Όσο μεγαλύτερο διάστημα περνάει κανείς μέσα στη φτώχεια, τόσο χειροτερεύει η λειτουργική μνήμη. Ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι σχεδόν στις μισές περιπτώσεις, οι διαφορές στο IQ των υιοθετημένων παιδιών οφείλονται στο SES της οικογένειας που τα υιοθέτησε και όχι στη γενετική προδιάθεση, για παράδειγμα.

Αυτές οι διαφορές ίσως τελικά να διαιωνίζουν τη φτώχεια. Το στρες που προκαλεί η φτώχεια, επίσης, μπορεί να αλλάξει τον εγκέφαλο με τρόπους που προκαλούν ακόμη περισσότερα προβλήματα στους φτωχούς. «Όταν συνειδητοποιήσεις ότι μια απειλή δεν υπάρχει πια ή ότι ξεπεράστηκε, θέλεις να τερματίσεις γρήγορα την αντίδραση του στρες, καθώς η παρατεταμένη έκθεση στην ορμόνη του στρες σου κάνει κακό», λέει η Farah. Όμως έχει διαπιστωθεί σε κάποιες έρευνες ότι η αμυγδαλή, μια περιοχή δίπλα στον ιππόκαμπο η οποία είναι υπεύθυνη για την ταχεία αντίληψη των απειλών και τον σχηματισμό συναισθηματικών αναμνήσεων, είναι πιο ενεργή σε άτομα με χαμηλό SES. Αν δείξεις σε ένα φτωχό άτομο –ή ακόμη και σε κάποιο που ήταν φτωχό κάποτε– και σε ένα πλούσιο άτομο φωτογραφίες με απειλητικά πρόσωπα, η αμυγδαλή του φτωχού ατόμου θα παραμείνει ενεργή για μεγαλύτερο διάστημα. Με άλλα λόγια, αντιδρώντας στον ίδιο στρεσογόνο παράγοντα, τα άτομα με χαμηλό SES στρεσάρονται περισσότερο από ό,τι τα άτομα με υψηλό SES.

Αυτό είναι λογικό: Αν έχεις πολλές απειλές στο περιβάλλον σου, όπως στην περίπτωση που μένεις σε μια επικίνδυνη γειτονιά, μαθαίνεις να είσαι σε επαγρύπνηση. Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί να γίνεις πιο επιρρεπής στις επιβλαβείς επιδράσεις του στρες. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος σταθερού άγχους και αλλοιωμένης εγκεφαλικής λειτουργίας.

Πέρα από αυτό, το ψυχικό και συναισθηματικό φορτίο που συνοδεύει τη φτώχεια, μπορεί να βλάψει τον αυτοέλεγχο, ο οποίος είναι κρίσιμος για την ακαδημαϊκή, την επαγγελματική και τη γενικότερη επιτυχία στη ζωή. Υπό το πρίσμα της νευροεπιστήμης, είναι κατανοητό το γεγονός ότι το υψηλότερο SES στους ενήλικες έχει συνδεθεί με την αντίσταση στις παρορμήσεις και την καθυστέρηση της ικανοποίησης. Αντίθετα, όπως συνοψίζει άλλη έρευνα, τα φτωχά άτομα έχουν περισσότερες πιθανότητες «να συμπεριφέρονται με τρόπους που μπορούν να διαιωνίσουν τη μειονεκτική τους θέση».

Όλα αυτά σημαίνουν το εξής: Ένα άτομο που έχει γεννηθεί μέσα στη φτώχεια, έχει ήδη την κακή τύχη να είναι φτωχό. Κατά πάσα πιθανότητα, είχε περιορισμένη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, ανεπαρκή εκπαίδευση, μη ασφαλή περιβάλλοντα για παιχνίδι, κακή διατροφή, υψηλή έκθεση σε ατμοσφαιρική ρύπανση και τοξίνες και γονείς που δεν είχαν χρόνο να του διαβάζουν το βράδυ. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το να μεγαλώνει μέσα στη φτώχεια αλλάζει κάποιες περιοχές του εγκεφάλου του, πράγμα που μπορεί να βάλει αυτό το άτομο σε ακόμη περισσότερο μειονεκτική θέση στη σύγχρονη κοινωνία.

«Ναι, είναι πολύ δυσοίωνη η κατάσταση», λέει η Farah, όμως η έρευνά της την κάνει αισιόδοξη. Μελετώντας τις επιπτώσεις της πρώιμης κοινωνικοοικονομικής στέρησης στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, ελπίζει –όπως και άλλοι- να αποκτήσει μια εικόνα για το πώς μπορούμε να αποτρέψουμε ή να αντιστρέψουμε τις επιπτώσεις του χαμηλού SES. Παρόλο που παραδέχεται ότι η νευροεπιστήμη δεν έχει καταφέρει ακόμη να βοηθήσει τους φτωχούς, η επιστήμη είναι προς το παρόν πολύ νέα – οι πρώτες μελέτες πάνω στη φτώχεια και τον εγκέφαλο έγιναν μόλις προ δεκαετίας.