Πασχάλης Τερζής: Η απόφαση να αποχωρίσει στο απόγειο της καριέρας του και η προσωπική απομόνωση
10 months, 20 days ago
6

Έχουν περάσει σχεδόν 10 χρόνια από τότε που ο Πασχάλης Τερζής πήρε μια απόφαση ζωής: να εγκαταλείψει τις πίστες. Η απόφαση του λαϊκού τραγουδιστή ξάφνιασε τους πολυπληθείς θαυμαστές του. Τα χρόνια που ακολούθησαν, χαρακτηρίστηκαν κυρίως από την οικονομική κρίση που «χτύπησε» και τη νύχτα, με τον χάρτη και τον τρόπο διασκέδασης να αλλάζει. Αλλά ακόμη και σε αυτές τις μεγάλες αλλαγές, μάλλον όλοι συμφωνούν πως ο Πασχάλης Τερζής τούς λείπει.

Η μελωδική του φωνή, το ευγενικό του παρουσιαστικό και ο απλοϊκός, λαϊκός χαρακτήρας του τον έκαναν αγαπητό στο κοινό, ανέκαθεν τον ένιωθαν έναν από εκείνους και όταν ήταν στην πίστα, ήταν τόσο άμεσος με τον κόσμο, που θαρρούσες πως ένας από την παρέα σου σηκώθηκε να πει ένα τραγούδι.

Ο Πασχάλης Τερζής μέσα από τα τραγούδια του ύμνησε με τη μελωδική του φωνή την αγάπη και μίλησε (και εξακολουθεί να μιλάει) στην πονεμένη σου καρδιά μετά από ένα χωρισμό. Και αυτή τη φωνή οι θαυμαστές του την ακούνε ξανά μέσα από το νέο τραγούδι «Για σένα μόνο» που ερμηνεύει – μετά από πολύ καιρό – με την πολυαγαπημένη του κόρη, Γιάννα.

Ο Πασχάλης Τερζής, λοιπόν, επέστρεψε πριν ένα μήνα – έστω και με αυτόν τον τρόπο – δισκογραφικά. Και πλέον οι θαυμαστές του αναρωτιούνται αν θα επιστρέψει και στις πίστες. Αλλά μάλλον αυτό δύσκολα θα γίνει, αφού η απόφαση του να απέχει από τη νύχτα, μοιάζει με οριστική. Μια απόφαση που πάρθηκε ενώ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, στις αρχές της περασμένης δεκαετίας.

Τα φτωχικά χρόνια και ο βοσκός πατέρας που τραγουδούσε στα χωράφια

Ο τραγουδιστής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πυλαία της Θεσσαλονίκης. Τα παιδικά του χρόνια ήταν όμορφα, αλλά είχαν οικονομικές δυσκολίες. Από πολύ νωρίς, μόλις στα 12 του χρόνια ο Πασχάλης Τερζής ξεκίνησε να δουλεύει για να βοηθάει την οικογένειά του, πωλώντας ντομάτες, κηπευτικά και σταφύλια.

Ξυπνούσε μέσα στη νύχτα και με τα πόδια πήγαινε στη λαχαναγορά, έπαιρνε το εμπόρευμα και μετά πήγαινε να πουλήσει. Και κάθε φορά επέστρεφε με χαρά στο σπίτι κι έδειχνε στην κατάκοιτη μάνα του (υπέφερε από σοβαρά προβλήματα στη μέση) τι έπιασε από το εμπόρευμα.

Ο πατέρας του ήταν βοσκός και τραγουδούσε στα χωράφια. Όπως έχει εξομολογηθεί ο Τερζής, όταν τον άκουγαν οι συγχωριανοί, σταματούσαν όλοι τη δουλειά και έλεγαν «τραγουδάει το Μαµουσάκι». Από εκεί, λοιπόν, φαίνεται ότι πήρε το χάρισμα και την αγάπη για το τραγούδι.

Από τον πατέρα του, όμως, πήρε και τη συμβουλή που του έδωσε πριν κλείσει τα μάτια του. Και που ο λαϊκός τραγουδιστής την σαν «ευαγγέλιο» στη ζωή του και στη μεγάλη διαδρομή του στο τραγούδι: «Ο, τι και να γίνεις από εδώ και πέρα, όσο και αν ανέβεις στην πίστα, Τερζής θα είσαι µόνο στο όνομα. Όταν κατεβαίνεις από την πίστα, θα γίνεσαι Πασχάλης. Γιατί αν δεν υπάρχει ο Πασχάλης, δεν θα υπάρχει ούτε ο Τερζής». Ο πατέρας του τον πρόλαβε στο ανέβασμά του. Ένα ανέβασμα που δεν ήρθε γρήγορα.

Ο γάμος μετά τον στρατό και ο θάνατος της πρώτης του γυναίκας

Μόλις απολύθηκε από τον στρατό, παντρεύτηκε και με τη γυναίκα του απέκτησαν έναν γιο. Όμως, εκείνη έφυγε από τη ζωή και όπως ο ίδιος έχει εξομολογηθεί, ήταν η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής του.

«Παρ’ όλο που είχα μαζί της έναν γιο, τον Γιώργο µου. Δεν σ’ το κρύβω, είχα την έντονη επιθυμία να τελειώσω. Αλλά µε φώναξε ένας παππούς και µου είπε: Τι είναι αυτά που λες, ρε; Αυτό γιατί το έφερες στον κόσμο;. Και µου έδειξε τον μικρό”, είπε πει στην εφημερίδα Real.

Η ζωή, όμως, προχωράει και αργότερα, παντρεύτηκε ξανά και δημιούργησε μια όμορφη κι ευτυχισμένη οικογένεια, όπως με καμάρι λέει ο ίδιος.

Τα πρώτα χρόνια στο τραγούδι και το καθυστερημένο «μπάσιμο» στη δισκογραφία

Η ουσιαστική αρχή και επαφή του με το τραγούδι έγινε στην Ρόδο το 1974 με τον συνθέτη και μουσικό Γρηγόρη Τζιστούδη. Εκτός από τα λαϊκά τραγούδια ο Πασχάλης Τερζής τραγουδούσε και δημοτικά ενθουσιάζοντας το κοινό. Αν και είχε προτάσεις για να κυκλοφορήσει τον δικό του δίσκο, αυτό τελικά αυτό έγινε το 1980 κι ενώ ήδη μετρούσε χρόνια στο τραγούδι.

Αυτός που τον άκουσε και τον έβαλε στη δισκογραφία ήταν ο Χρήστος Νικολόπουλος. Ο πρώτος προσωπικός του δίσκος κυκλοφόρησε το 1982 με τον τίτλο «Λέω», ενώ υπήρξε και η αφετηρία για τη μακρόχορνη φιλία του με τον καταξιωμένο συνθέτη.

Παράλληλα με τη δισκογραφική τους δουλειά, πραγματοποίησαν μαζί συναυλίες σε όλη την Ελλάδα και εμφανίσεις σε κέντρα της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα, την ίδια χρονιά ο Τερζής συμμετέχει φιλικά στο δίσκο «Παίξε Χρήστο επειγόντως», μαζί με την Ελένη Βιτάλη, τον Γιώργο Σαρρή και το Δημήτρη Κοντολάζο, σε μουσική Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους Μανώλη Ρασούλη.

Το 1983 ακολούθησε ο δεύτερος επιτυχημένος προσωπικός δίσκος του με τον τίτλο «Μίλα μου στον ενικό», από όπου ξεχώρισε το «Φαντασία μου πλανεύτρα». Τα επόμενα χρόνια οι επιτυχίες συνεχίζονται και ο τραγουδιστής αρχίζει να εδραιώνεται και δισκογραφικά. Ωστόσο, ο δίσκος – σταθμός για εκείνον έρχεται το 1990, όπου συνεργάζεται για ακόμη μια φορά με τον Χρήστο Νικολόπουλο και την Κατερίνα Κόρου, είναι το «Είμαι μόνος μου».

Το 1991, κυκλοφορεί ο δίσκος «Θα ‘θελα να ‘σουν εδώ» και πλέον μπαίνει ξεκινάει η καθιέρωσή του στο λαϊκό τραγούδι. Οι επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη, όπως και οι χρυσοί και πλατινένιοι δίσκοι. Συνεργάζεται με σπουδαία συνθέτες και στιχουργούς, όπως ο Γιώργος Θεοφάνους, η Εύη Δρούτσα, ο Φοίβος κ.α.

Ερμηνεύει τα τραγούδια με τη μελωδική του φωνή και τα σφραγίζει, ενώ χαρίζει στον κόσμο κάποια κλασικά πλέον ζεϊμπέκικα, όπως το «Παλιόκαιρός», «Άφησε με μόνο», «Φεγγάρι μου χλωμό» κ.α.. Αλλά ο Τερζής δεν θριαμβεύει μόνο δισκογραφικά. Γίνεται και ο «άρχοντας» της νύχτας. Γεμίζει μαγαζιά και γνωρίζει την αποθέωση από τον κόσμο.

Η απόφαση να εγκαταλείψει τη νύχτα

Κι ενώ βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη νύχτα. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν η απόφασή του να τα «βροντήξει» και να ζήσει μια ήρεμη ζωή, μακριά από την τρέλα της νύχτας, έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία.

Ο Πασχάλης Τερζής μετά από σχεδόν 40 χρόνια, είπε τέρμα στη νύχτα. «Ο, τι είχα να δώσω, το έδωσα» είχε δηλώσει τότε. Η απόφασή του ξάφνιασε. Στεναχώρησε τους θαυμαστές του και άφησε… παραπονεμένο το φεγγάρι. Όμως, από τον κόσμο που τον αγάπησε, η απόφασή του ήταν σεβαστή. Και κατανόησαν απόλυτα την ανάγκη του να αποσυρθεί στο κτήμα του στην Αγία Παρασκευή, έξω από τη Θεσσαλονίκη και γίνει «αγρότης», καλλιεργώντας τη γη του. Και να κάνει πια επιλεγμένες εμφανίσεις.

Και δες πώς τα φέρνει η ζωή; Μικρό παιδάκι πουλούσε κηπευτικά και αγροτικά προϊόντα και τώρα μπορεί να τα καλλιεργεί μόνος του.

«Κατάφερα να βάλω κάποια πράγματα στην άκρη και να κοιτάξω λίγο τον Πασχάλη. Εγώ ποτέ δεν ήθελα να φτάσω στην κορυφή, όχι γιατί δεν είμαι φιλόδοξος, αλλά γιατί φοβόμουν τον γκρεμό. Έτσι, πήραν την απόφαση να σταματήσω να δουλεύω…» είχε δηλώσει στην εφημερίδα Real News.

Οι φήμες για την υγεία του

Και αν ο κόσμος που τον αγαπά, σεβάστηκε την απόφασή του, αφήνοντας τον να ζήσει ήρεμα τη νέα του ζωή, μακριά από τα ξενύχτια και την τρέλα της νύχτας, δεν έγινε το ίδιο με διάφορους καλοθελητές. Ναι, πάντα θα υπάρχουν αυτοί.

Και αυτοί, λοιπόν, οι καλοθελητές δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους, διαδίδοντας κάθε λίγο και λιγάκι μέσα σε αυτά τα 10 χρόνια που έχει αποσυρθεί ο τραγουδιστής, πως αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας. Η οικογένειά του άλλοτε διαψεύδει τις φήμες που κυκλοφορούν και άλλοτε γυρίζει την πλάτη σε αυτές.

Σε πρόσφατη συνέντευξή της στον Γρηγόρη Αρναούτογλου, η κόρη του Πασχάλη Τερζή, Γιάννα μίλησε για την απόφαση να κυκλοφορήσουν το τραγούδι με τον πατέρα της.

«Το είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου πάντα να ηχογραφήσουμε μαζί ένα τραγούδι. Έχουμε τραγουδήσει πολλές φορές μαζί live, αλλά ήθελα να έχω κάτι που θα μείνει. Όταν του το έβαλα στο κινητό να ακούσει τους στίχους και τη μουσική, μου λέει “αυτό το τραγούδι θα πούμε”. Κυκλοφόρησε, συγκινηθήκαμε όταν το ακούσαμε για πρώτη φορά. Ήταν ένα τεστ για εμάς. Είχα αγωνία επειδή έγραψα τον στίχο, επειδή έλειπε για καιρό. Τώρα που είδαμε την ανταπόκριση του κόσμου έπεσε στο τραπέζι μήπως γράψω εγώ τραγούδια ή δίσκο για τον πατέρα μου», ανέφερε μεταξύ άλλων.

Επίσης, αποκάλυψε πως ο μεγάλος τραγουδιστής, στο σπίτι τραγουδά και εκείνη με τη μητέρα της κάνουν πως δεν τον ακούνε για να συνεχίσει και να μη σταματήσει.