Τα βαθύτερα αίτια της εμπορικής σύγκρουσης ΗΠΑ – Κίνας
Just now
6

Η Huawei είναι μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες στην τεχνητή νοημοσύνη και από τους πλέον ανταγωνιστικούς προμηθευτές 5G υποδομών παγκοσμίως, επενδύοντας κάθε χρόνο 10% των εσόδων της στην έρευνα (αντίστοιχα, η Samsung επενδύει το 7,5% και η Apple 5%).

Ο «εμπορικός πόλεμος» μεταξύ ΗΠΑ – Κίνας δεν αφορά, στην ουσία του, τη μείωση των εμπορικών ελλειμμάτων. Πρόκειται, αντ’ αυτού, για έναν αγώνα για την τεχνολογική υπεροχή μεταξύ των δύο ισχυρότερων δυνάμεων του πλανήτη, που θα διαμορφώσει τον κόσμο για τις επόμενες δεκαετίες.

Στο επίκεντρο του τεχνολογικού ανταγωνισμού βρίσκεται η ανάπτυξη τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης (AI), η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανταγωνιστικότητα και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με τη μακροοικονομική ανάλυση της PwC, η τεχνολογία ΑΙ θα αυξήσει το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 15,7 τρισ. δολάρια (14%) μέχρι το 2030, με την Κίνα να λαμβάνει μερίδιο 26,1%, τη Βόρεια Αμερική (ΗΠΑ, Καναδάς) 14,5%, τη Βόρεια Ευρώπη 9,9% και τη Νότια Ευρώπη 11,5%. Οι παραπάνω προβλέψεις εξηγούν αφενός τον ρόλο της ΑΙ στη μελλοντική κατανομή του παγκόσμιου παραγόμενου πλούτου και αφετέρου δείχνουν ότι οι βασικοί ανταγωνιστές στον τομέα θα είναι η Κίνα και οι ΗΠΑ, οι οποίες ήδη έχουν θέσει την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης ως εθνική τους προτεραιότητα.

Η Κίνα, με το «Made in China 2025» το 2015 και το Artificial Intelligence Development Plan (AIDP) το 2017, έχει θέσει το πλαίσιο της στρατηγικής που θα ακολουθήσει. Το «Made in China 2025» στοχεύει στη μετατροπή της Κίνας σε μία από τις πιο προηγμένες και πιο ανταγωνιστικές οικονομίες στον κόσμο με τη βοήθεια καινοτόμων τεχνολογιών παραγωγής (smart manufacturing) σε όλους τους βιομηχανικούς τομείς. Το AIDP θέτει ως στόχο την επένδυση περίπου 150 δισ. δολαρίων ώστε να καταστήσει την Κίνα ηγετική δύναμη στην ΑΙ μέχρι το 2030 και να μειώσει την εξάρτησή της από την εισαγόμενη τεχνολογία σε τομείς καίριας σημασίας. Η πρωτοβουλία αυτή δημιούργησε έντονη ανησυχία στις ΗΠΑ, που κινητοποιήθηκαν για την ανάσχεση της Κίνας στην οικονομία και στην τεχνολογία και ταυτόχρονα την άμεση διαμόρφωση αμερικανικής εθνικής στρατηγικής ΑΙ.

Στην οικονομία, από τις αρχές 2018, η κυβέρνηση Τραμπ εγείροντας θέματα προστασίας της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, ενεργοποίησε τα άρθρα 201, 232 και 301 του «Εμπορικού Νόμου» επιβάλλοντας δασμούς στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων. Με τον τρόπο αυτό επιχείρησε να πιέσει την Κίνα ώστε να επιτύχει μια εμπορική συμφωνία προς το συμφέρον των ΗΠΑ, μειώνοντας ταυτόχρονα το εμπορικό έλλειμμα.

Η σύνθεση της αμερικανικής διαπραγματευτικής ομάδας (Ρόμπερ Λάιτιζερ, που από το 1997 είχε εκφράσει ακραία αντικινεζικές θέσεις· Στίβεν Μνούτσιν, υπέρμαχος του προστατευτισμού· Πίτερ Ναβάρο, συγγραφέας του βιβλίου «Death by China») δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Ηταν ο πραγματικός στόχος των ΗΠΑ η επίτευξη μιας νέας διμερούς εμπορικής συμφωνίας ή ήταν το ζητούμενο η μη επίτευξη συμφωνίας να χρεωθεί στην Κίνα, δίνοντας στις ΗΠΑ το «ηθικό πλεονέκτημα» να περάσουν στο δεύτερο στάδιο ανάσχεσης, που αφορούσε την τεχνολογία;

Η σύμπτωση γεγονότων όπως η συνάντηση του Τραμπ με τον Σι κατά τη διάρκεια του G20, την 1η Δεκεμβρίου 2019, η οποία έδωσε ελπίδες για πιθανή εμπορική συμφωνία στο άμεσο μέλλον, την ίδια μέρα που συνελήφθη η κόρη του ιδρυτή της Huawei στον Καναδά κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ, ενισχύει τον παραπάνω προβληματισμό.

Στην τεχνολογία, η ανάσχεση της Κίνας συνδέεται με την πολιτική της «τεχνολογικής αποσύνδεσης» των ΗΠΑ από την Κίνα (tech decoupling), που σκοπό έχει την καθυστέρηση εφαρμογής του AIDP. Σε αυτή την κατεύθυνση, στις 15 Μαΐου 2019, έξι ημέρες μετά τη διακοπή των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Κίνας – ΗΠΑ, ο Τραμπ διέκοψε με διάταγμα τη χρήση εξαρτημάτων ή υπηρεσιών που ελέγχονται από «αντίπαλες κυβερνήσεις» και εισήγαγε τoν κινεζικό τεχνολογικό κολοσσό Huawei και 68 θυγατρικών της στη λίστα των «απαγορευμένων εταιρειών» (Entity List).

Η Huawei είναι μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες στην τεχνητή νοημοσύνη και από τους πλέον ανταγωνιστικούς προμηθευτές 5G υποδομών παγκοσμίως, επενδύοντας κάθε χρόνο 10% των εσόδων της στην έρευνα (αντίστοιχα η Samsung επενδύει το 7,5% και η Apple 5%).

Η εταιρεία διαθέτει 255 κέντρα έρευνας και ανάπτυξης σε όλο τον κόσμο, με το 45% του εργατικού δυναμικού της (80.000 άτομα) να απασχολούνται στην έρευνα. Η «επίθεση» στη Huawei στοχεύει στην καθυστέρηση ανάπτυξης της σημαντικότερης κινεζικής εταιρείας στον χώρο των τηλεπικοινωνιών και της ΑΙ τεχνολογίας, δίνοντας χρόνο στις ανταγωνιστικές δυτικές εταιρείες να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος.

Η «τεχνολογική αποσύνδεση» όμως είναι πολυεπίπεδη. Για παράδειγμα, ο Τραμπ επανεξετάζει τις θεωρήσεις εισόδου των Κινέζων φοιτητών STEM (Science, Technology, Engineering, Mathematics) που σπουδάζουν στις ΗΠΑ. Η Κίνα το 2016 είχε 4,7 εκατ. αποφοίτους στους συγκεκριμένους κλάδους.

Ενώ η Κίνα από το 2017 είχε προσδιορίσει τον στόχο της σε σχέση με την τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης, ο Τραμπ υπέγραψε το διάταγμα με το οποίο θέτει τη διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στην τεχνητή νοημοσύνη ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας μόλις τον Φεβρουάριο του 2019.

Στο διάταγμα προσδιορίζεται ότι η εξέλιξη της AI παγκοσμίως θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τις αξίες, τις πολιτικές και τις προτεραιότητες των ΗΠΑ και επιπλέον ότι η Ουάσιγκτον θα εμποδίσει την απόπειρα απόκτησης τεχνολογίας αυτής από αντίπαλα έθνη.

Στον υφιστάμενο ανταγωνισμό μεταξύ Κίνας – ΗΠΑ σχετικά με την AI, η Ευρώπη δείχνει αδύναμη να παίξει τον ρόλο του τρίτου «πόλου». Μόλις τον Ιούλιο του 2018, η Γερμανία ανακοίνωσε την ΑΙ στρατηγική της με προϋπολογισμό ύψους 3 δισ. δολαρίων μέχρι το 2025· το ταμείο για την προώθηση της τεχνητής νοημοσύνης που συστάθηκε από έναν κινεζικό δήμο (Τιαντζίν) ανέρχεται σε 16 δισ. δολάρια.

Μεταξύ των 15 μεγαλύτερων ερευνητικών κέντρων ΑΙ παγκοσμίως μόνο ένα βρίσκεται στην Ευρώπη κι αυτό είναι στη Γαλλία. Είναι σαφές ότι η Ευρώπη, αν και θα μπορούσε, δείχνει να αδυνατεί στις παρούσες συνθήκες να παρακολουθήσει τις ΗΠΑ και την Κίνα στην ανάπτυξη της ΑΙ τεχνολογίας· γι’ αυτό το πιθανότερο είναι να αναζητήσει διεθνείς συνεργασίες. Ομως, οι οικονομικές και πολιτικές εξαρτήσεις της Ευρώπης προς αμφότερες τις δύο υπερδυνάμεις  (ΗΠΑ και Κίνα) καθιστούν τη θέση της εξαιρετικά δύσκολη.

Βιώνουμε μια περίοδο εξαιρετικής έντασης που θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες εξελίξεις αν δεν αντιληφθούν οι ηγέτιδες χώρες την ανάγκη διεθνούς συνεννόησης και συνεργασίας. Ο Κίσινγκερ στο βιβλίο του «Παγκόσμια Τάξη», αναφερόμενος στον κυβερνοχώρο, γράφει ότι είναι επιτακτική ανάγκη η μελλοντική διεθνής τάξη να διέπεται από διεθνή πρότυπα συμπεριφοράς και όχι να καθορίζεται από μονομερείς ενέργειες.

Σημειώνει ότι «οι ΗΠΑ έχουν καλέσει την Κίνα να δείξει αυτοσυγκράτηση στην εξασφάλιση εμπορικών μυστικών μέσα από κυβερνοεπιθέσεις», αλλά ταυτόχρονα αναρωτιέται «σε ποιο βαθμό είναι έτοιμες οι ΗΠΑ να αποκαλύψουν τις δικές τους προσπάθειες συλλογής πληροφοριών στον κυβερνοχώρο».

Για να καταστεί εφικτή η διεθνής συνεργασία, θα πρέπει οι ΗΠΑ να αναγνωρίσουν και στα άλλα κράτη το δικαίωμα της ευημερίας των λαών τους και την ανάγκη προστασίας των αξιών τους. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για την Κίνα, μια χώρα με 1,4 δισ. πληθυσμό και 5.000 χρόνια πολιτισμό.

* Η  δρ Πελαγία Καρπαθιωτάκη είναι υπεύθυνη ερευνητικών προγραμμάτων και διεθνών σχέσεων της δεξαμενής σκέψης Academy of China Open Economy Studies του Οικονομικού Πανεπιστημίου του Πεκίνου (UIBE).