Έρευνα: Επτά στους δέκα επενδυτές βλέπουν την Ελλάδα ως επενδυτικό προορισμό
13 days ago
6

Στην 23η θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών η Ελλάδα, ως προς τον αριθμό των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) που προσέλκυσε το 2020, από την 29η θέση το 2019 βρίσκεται η Ελλάδα η οποία πλέον περιλαμβάνεται μεταξύ των  ελκυστικότερων ευρωπαϊκών χωρών για επενδύσεις για το 2021 καθώς  επτά στους δέκα  επενδυτές θεωρούν ότι η Ελλάδα ακολουθεί  ελκυστική πολιτική για τις επενδύσεις.

Μάλιστα οι έξι στους δέκα εκτιμούν ότι η εικόνα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού, έχει βελτιωθεί τον τελευταίο χρόνο, και το 75% ότι θα βελτιωθεί περαιτέρω την επόμενη τριετία ενώ μια στις τρεις επιχειρήσεις (34%) σχεδιάζει να επενδύσει στην Ελλάδα τη χρονιά που έρχεται.

Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από  την  έρευνα EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2021 ,η οποία διενεργήθηκε μέσω online ερωτηματολογίων από τη Euromoney για λογαριασμό της EY, μεταξύ 29 Μαρτίου και 28 Απριλίου 2021.

Η έρευνα,  η οποία αποτελεί αυτόνομο μέρος του ευρύτερου προγράμματος EY Attractiveness, μίας σειράς ερευνών που διεξάγει η ΕΥ σε παγκόσμιο επίπεδο, και αναλύει τις επιδόσεις της χώρας στην προσέλκυση επενδύσεων τα τελευταία χρόνια, ενώ, παράλληλα, καταγράφει τις απόψεις της επενδυτικής κοινότητας για τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού, με βάση ένα δείγμα 253 στελεχών μεγάλων, ξένων επιχειρήσεων.

Όπως προκύπτει σύμφωνα με το ΕΥ European Investment Monitor, μια εκτεταμένη βάση δεδομένων που επεξεργάζεται η ΕΥ, ο αριθμός των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) που κατευθύνθηκαν στην Ελλάδα το 2020 αυξήθηκε κατά 77%, την ώρα που οι επενδύσεις στην Ευρώπη κατέγραφαν μείωση κατά 13%. Η Ελλάδα απορρόφησε το 0,70% των ευρωπαϊκών ΑΞΕ το 2020, ποσοστό υπερδιπλάσιο του μέσου όρου των δύο τελευταίων δεκαετιών, αλλά ακόμα συγκριτικά χαμηλό σε σχέση με τον πληθυσμό και το ΑΕΠ της χώρας. Το 28% των επενδύσεων κατευθύνθηκαν στον κλάδο των υπηρεσιών προς επιχειρήσεις και επαγγελματικών υπηρεσιών, ενώ το 23% στις υπηρεσίες λογισμικού και πληροφορικής, δυο δυναμικούς κλάδους έντασης γνώσης.

Η εικόνα της ελκυστικότητας της Ελλάδας βελτιώνεται σημαντικά

Το ποσοστό όσων εκτιμούν ότι η εικόνα της χώρας , ως πιθανού επενδυτικού προορισμού , έχει βελτιωθεί τον τελευταίο χρόνο, εκτινάχθηκε από 38% σε 62%, ενώ τρεις στους τέσσερις επενδυτές (75%) αναμένουν περαιτέρω βελτίωση την επόμενη τριετία, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών όπου πραγματοποιήθηκαν παρόμοιες έρευνες φέτος. Η θετική αυτή εικόνα μεταφράζεται και σε διάθεση για υλοποίηση επενδύσεων στη χώρα, καθώς 34% των ερωτώμενων, έναντι 28% το 2020, δηλώνουν ότι σκοπεύουν να επενδύσουν στην Ελλάδα τον επόμενο χρόνο.

Αλλαγές στην ποιοτική σύνθεση των επενδύσεων

Στην πρώτη θέση, ως προς το είδος των προγραμματιζόμενων επενδύσεων, παραμένουν τα γραφεία πωλήσεων και μάρκετινγκ (33%), δραστηριότητα με σχετικά χαμηλή προστιθέμενη αξία. Ακολουθούν στη δεύτερη θέση η έρευνα και ανάπτυξη (18%) και η βιομηχανία (18%), δυο δραστηριότητες όπου η χώρα  αναμένεται να δώσει έμφαση τα επόμενα χρόνια.

Διαφοροποιημένες είναι και οι απόψεις των επενδυτών ως προς τους κλάδους που θα αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια. Ενώ πάνω από τους μισούς (51%, από 52% πέρσι και 69% το 2019) εξακολουθούν να θεωρούν ότι ο τουρισμός, κατά κύριο λόγο, θα τροφοδοτήσει την ανάπτυξη, ένας στους τέσσερις (26%, από 14% πέρσι) αναφέρει την ψηφιακή οικονομία, ενώ ακολουθούν τα logistics και τα κανάλια διανομής (25%) και η ενέργεια και οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (21%).

 Στο επίκεντρο πράσινες και ψηφιακές επενδύσεις

Ειδικότερα η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση αναδεικνύονται σε σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις. Δυο στις τρεις επιχειρήσεις (64%) ανέφεραν ότι θα δίνουν πλέον μεγαλύτερη σημασία σε ζητήματα βιωσιμότητας όταν λαμβάνουν τις επενδυτικές τους αποφάσεις, ενώ τρεις στους τέσσερις (76%) δήλωσαν ότι οι ισχυρές πολιτικές βιωσιμότητας και καθαρής τεχνολογίας επηρεάζουν σημαντικά την απόφασή τους να επενδύσουν στην Ελλάδα.

Μάλιστα η  Ελλάδα αξιολογείται από τους υποψήφιους επενδυτές  θετικά ως προς τη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού με τεχνολογικές δεξιότητες (76%) και την υποστήριξη από κυβερνητικούς φορείς και τις ρυθμιστικές αρχές για την υλοποίηση των ψηφιακών στόχων (75%), αντανακλώντας την αναγνώριση των προσπαθειών για την ψηφιοποίηση του κράτους.

Αντίθετα, χαμηλότερα είναι τα επίπεδα ικανοποίησης ως προς την προστασία δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (45%), και τον ρυθμό εισαγωγής και λειτουργίας των δικτύων 5G (43%). Ως σημαντικότερα στοιχεία της ελκυστικότητας της χώρας αναδεικνύονται, και φέτος, η ποιότητα ζωής (78%), οι υποδομές μεταφορών και logistics (76%), οι υποδομές τηλεπικοινωνιών και οι ψηφιακές υποδομές (73%), καθώς και το επίπεδο των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού (70%). Ωστόσο ανεξάρτητα από την πρόοδο που έχει σημειωθεί   υπάρχουν και  ανασταλτικοί παράγοντες που επιδρούν στην πρόοδο των επιχειρήσεων και συγκεκριμένα  ως λιγότερο θετικά αξιολογούνται η φορολογία των επιχειρήσεων (42%) και η ευελιξία της εργατικής νομοθεσίας (47%).

 Η πανδημία δεν έκαμψε  την εισροή επενδύσεων

Την ίδια ώρα περιορισμένες είναι σύμφωνα με την έρευνα  οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας στα επενδυτικά σχέδια, καθώς η πλειοψηφία των επιχειρήσεων, είτε δεν έχουν αλλάξει τα επενδυτικά τους σχέδια (61%), είτε τα έχουν αυξήσει (9%), ενώ 29% έχουν αναβάλει τις προγραμματισμένες επενδύσεις τους μέχρι το 2022 ή αργότερα.

Την ίδια ώρα, 57% των ερωτώμενων δήλωσαν ότι η διαχείριση της κρίσης του COVID-19 από την Ελλάδα, έχει επηρεάσει θετικά την άποψή τους για την ελαστικότητα της ως επενδυτικού προορισμού.

 Τα επόμενα βήματα

Πάντως ανεξάρτητα από την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην πρώτη θέση μεταξύ των τομέων όπου πρέπει να συνεχίζει να εστιάζει η Ελλάδα για να βελτιώσει το επενδυτικό κλίμα,  συνεχίζει να βρίσκεται η βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος και των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού (38%).

Ακολουθούν η υποστήριξη των κλάδων υψηλής τεχνολογίας και της καινοτομίας σε τομείς, όπως η καθαρή τεχνολογία, η υγεία, τα logistics, τα έξυπνα δίκτυα, κ.λπ. (33%), καθώς και η μείωση του φορολογικού και ασφαλιστικού κόστους (33%).

in.gr