Γήρανση πληθυσμού: Χειρότερα κι από τη Βενεζουέλα η Ελλάδα για τους άνω των 65
1 month, 13 days ago
6

Πρωταθλήτρια στη γήρανση του πληθυσμού της είναι η Ελλάδα, με ρυθμό μεγαλύτερο από τον αντίστοιχο της Ε.Ε. Ταυτόχρονα όμως, οι συνθήκες διαβίωσης των ηλικιωμένων είναι από τις χειρότερες στον κόσμο, χειρότερα κι από τη Βενεζουέλα και τη Νότιο Αφρική.

Πότε όμως τελειώνει η νιότη και πότε αρχίζει η τρίτη ηλικία; Όσο υποκειμενικές κι αν είναι οι απαντήσεις, οι σύγχρονες τάσεις στη δημόσια υγεία θέλουν τους ηλικιωμένους ενεργούς, «στα πόδια τους», να διατηρούν την αυτονομία αλλά και την κοινωνικότητά τους και να συμμετέχουν στην κοινωνία, έχοντας διασφαλίσει μια ποιότητα ζωής χωρίς σημαντικές «εκπτώσεις».

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας καθηγητής Ιωάννης Γ. Καραϊτιανός* εξήγησε μιλώντας στο in.gr, πως το γήρας είναι φυσιολογική εξελικτική διαδικασία, καθολική, εγγενής, προοδευτική και μη αναστρέψιμη. Δίνοντας όμως το στίγμα των σύγχρονων τάσεων, μας παρέπεμψε στη δήλωση του αιωνόβιου Αμερικανού κωμικού George Burns (1896-1996) ότι «Δεν μπορείς να αποφύγεις να μεγαλώνεις, αλλά δεν είσαι υποχρεωμένος να γερνάς». Χιλιάδες χρόνια νωρίτερα, στο έργο «Το Δώρο της Ωριμότητας»  ο Ρωμαίος φιλόσοφος και πολιτικός Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (106π.Χ-43π.Χ) με τίτλο ανέφερε: «Η τρίτη Ηλικία μπορεί να είναι μία υπέροχη περίοδος της ζωής. Τα γηρατειά μπορούν να είναι διασκεδαστικά, εφόσον έχουμε αναπτύξει τις κατάλληλες εσωτερικές ικανότητες… Καλλιεργήστε τον δικό σας κήπο».

Στις πρώτες θέσεις

Σύμφωνα με τον κ. Καραϊτιανό, η Ελλάδα κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε γηράσκοντα πληθυσμό (ποσοστό αύξησης 21,4% έναντι μέσου όρου της Ε.Ε. 17,2%). Τα άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών αντιπροσωπεύουν σήμερα στη χώρα μας ποσοστό πάνω από το 21,3% του πληθυσμού και σύμφωνα με τις προβλέψεις το ποσοστό αυτό θα φτάσει το 30% του πληθυσμού το 2030 και περίπου το 1/3 του πληθυσμού το 2050! Αυτή η δημογραφική γήρανση που απαντάται σε όλες τις δυτικού τύπου χώρες και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό κυρίως τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών συστημάτων, προκαλεί επιπλέον σοβαρά ιατρικά, κοινωνικά, οικογενειακά, και οικονομικά προβλήματα τα οποία αναμένεται να προσλάβουν εκρηκτικές διαστάσεις στις προσεχείς δεκαετίες.

Με τον όρο «προσδόκιμο επιβίωσης» εννοούμε το πόσο αναμένεται ότι θα ζήσει ένας ανθρώπινος οργανισμός σε φυσιολογικές συνθήκες και το οποίο επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Σύμφωνα με έκθεση του «Προγράμματος για την Ανάπτυξη» των Ηνωμένων Εθνών το 2020, το προσδόκιμο επιβίωσης στη χώρα μας είναι για τις γυναίκες τα 84,7 έτη και για τους άνδρες τα 79,8 έτη, ενώ το ολικό προσδόκιμο ζωής είναι τα 82,2 έτη.

Από τα 36 στα 82 χρόνια

Η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης αποτελεί σημαντικό επίτευγμα της Ιατρικής με τη βελτίωση του επιπέδου υγείας και της θεραπείας των χρονίων νοσημάτων, τη μείωση της βρεφικής θνησιμότητας καθώς και των θανάτων από μεταδοτικές ασθένειες. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι από το 1950 μέχρι σήμερα έχει αυξηθεί κατά 24 χρόνια περίπου, ενώ τον 19ο αιώνα η μέση διάρκεια ζωής των Ελλήνων ανερχόταν μόλις στα 36 έτη! Ταυτόχρονα όμως το επίτευγμα αυτό αποτελεί και μεγάλη πρόκληση σε πολλούς τομείς όπως είναι η οικονομία και οι παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας και συνεπώς η ποιότητα ζωής των ίδιων των ηλικιωμένων. Το να έχουμε καταφέρει όμως να ζούμε περισσότερα χρόνια δεν συνεπάγεται ότι τα ζούμε και με ποιότητα.

Δεν ζούμε όμως καλύτερα

Δυστυχώς, δεδομένα από την ετήσια έκθεση της διεθνούς Οργάνωσης Help Age International του 2015 για την ποιότητα της ζωής των ηλικιωμένων χαρακτηρίζει την Ελλάδα ως μια από τις χειρότερες χώρες για να ζουν οι πολίτες άνω των 60 ετών και κατατάσσει τη χώρα μας στην 79η θέση μεταξύ 96 χωρών, όσον αφορά στην κοινωνικο-οικονομική ευημερία, κάτω από τη Βενεζουέλα και τη Νότια Αφρική!

Η καλή ποιότητα ζωής εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως είναι η σωματική υγεία, η νοητική και συναισθηματική υγεία, οι διατροφικές συνήθειες και ο τρόπος ζωής (καταχρήσεις, κάπνισμα, κλπ), οι συννοσηρότητες, η οικονομική κατάσταση, το επίπεδο εκπαίδευσης και η ενεργή και παραγωγική συμμετοχή στην κοινωνία.

Πώς ορίζεται η νεότητα;

Σύμφωνα με μία δημοσκόπηση του βρετανικού Υπουργείου Εργασίας και Συντάξεων το 2012, οι νέοι κάτω των 25 ετών πιστεύουν ότι η τρίτη ηλικία αρχίζει στα 54 χρόνια και ότι η νιότη τελειώνει στα 32 μας χρόνια. Η ίδια έρευνα έδειξε ότι το κοινό ανεξαρτήτως ηλικίας πιστεύει ότι η τρίτη ηλικία αρχίζει στα 59 έτη. Η «Παγκόσμια Συνέλευση του Γήρατος» το 1982 στη Βιέννη, ύστερα από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε., υιοθέτησε την ηλικία των 60 ετών και άνω, ως όριο για τη καταγραφή των ατόμων που ανήκουν στην τρίτη ηλικία και είναι τότε περίπου που κάνουν την εμφάνισή τους οι χρόνιες παθήσεις. Εδώ και αρκετά χρόνια πάντως, έχει θεσμοθετηθεί διεθνώς η ηλικία των 65 ετών, η οποία ταυτίζεται με τη μέση ηλικία της συνταξιοδότησης.

Τι συμβαίνει όταν γερνάμε

Η φυσιολογική εξέλιξη του γήρατος συνδέεται άμεσα με τη νοσηρότητα. Αξίζει να αναφέρουμε χαρακτηριστικά, ότι όσο μεγαλώνουμε έχουμε σταδιακή απώλεια μυϊκής μάζας σε χέρια και πόδια με αποτέλεσμα να αδυνατίζουν οι τένοντες και οι σύνδεσμοι και να έχουμε συχνές πτώσεις, η οστική μάζα επίσης ελαττώνεται, καθιστώντας τα οστά λιγότερο πυκνά και περισσότερο εύθραυστα με αποτέλεσμα την εμφάνιση οστεοπόρωσης και συχνών καταγμάτων, το καρδιαγγειακό σύστημα γίνεται λιγότερο αποδοτικό καθώς ο καρδιακός μυς χάνει προοδευτικά τη δύναμη να ωθεί γρήγορα μεγάλες ποσότητες αίματος σε όλο το σώμα, το μέγεθος δηλαδή ο όγκος του εγκεφάλου και ο αριθμός των νευρικών κυττάρων σε αυτόν μειώνονται, εξ’ ου και η σταδιακή απώλεια μνήμης, ενώ υπάρχουν και πολλά άλλα προβλήματα όπως όρασης, όσφρησης, γεύσης, κατάποσης και πέψης που κάνουν την εμφάνισή τους με το γήρας και μπορούν να αποτελέσουν αιτίες νοσηρότητας. Όσο δεν προσέχουμε την υγεία μας και τον εαυτό μας τα προβλήματα αυτά επιδεινώνονται και τότε είναι που αρχίζουν οι «εκπτώσεις» στην ποιότητα ζωής μας. Φυσικά, στην περίπτωση ύπαρξης χρονίου νοσήματος, πχ. σακχαρώδης διαβήτης, νεφρική ανεπάρκεια, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, καρδιαγγειακά νοσήματα, κλπ., η κατάσταση δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο.

Τα Χρόνια Νοσήματα, είναι σύνδρομα, φυσικές βλάβες, ανεπάρκειες, αναπηρίες και παθολογικές καταστάσεις που διαρκούν πλέον των τριών μηνών και τελικά οδηγούν σε ασθένειες και έκπτωση των φυσιολογικών σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων ενός ανθρώπου. Τα χρόνια νοσήματα έχουν σταθερή ανοδική πορεία τις τελευταίες δεκαετίες και αποτελούν πλέον την πρώτη αιτία θανάτου, πρωτιά που στο παρελθόν κατείχαν οι επιδημίες, οι λοιμώξεις και η έλλειψη συνθηκών υγιεινής.

Το 50% με χρόνιο νόσημα

Σύμφωνα με στατιστικές μελέτες, ένας στους δύο ενήλικες θα έρθει κάποια στιγμή αντιμέτωπος στη ζωή του με κάποιο χρόνιο νόσημα, το οποίο θα τον υποβάλλει σε πολλαπλή φαρμακευτική αγωγή εφ’ όρου ζωής, με αποτέλεσμα τη μείωση της ποιότητας ζωής του και τη σταδιακά φθίνουσα πορεία της ήδη εύθραυστης υγείας του.

Τα πιο διαδεδομένα χρόνια νοσήματα, σύμφωνα και με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, είναι οι Καρδιαγγειακές Παθήσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και τα Αγγειακά Εγκεφαλικά Νοσήματα, οι Καρδιακές Ανεπάρκειες, οι Ισχαιμικές Καρδιοπάθειες και η Αρτηριακή Υπέρταση, ο Καρκίνος, οι Χρόνιες Πνευμονοπάθειες όπως το Βρογχικό Άσθμα και η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2, οι Αρθρίτιδες και Οστεοαρθρίτιδες, τα Αυτοάνοσα Νοσήματα, οι Χρόνιες Νεφρικές Νόσοι, η Άνοια και η Νόσος Alzheimer, οι Θυρεοειδοπάθειες, η Κατάθλιψη, η Οστεοπόρωση, η Παχυσαρκία, η Υπνική Άπνοια, οι Χρόνιες Φλεγμονές και Φλεγμονώδεις Νόσοι και οι Χρόνιες Ηπατίτιδες.

Καθημερινές επιπτώσεις

Τα χρόνια νοσήματα έχουν σοβαρές και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην καθημερινότητα των ασθενών, με προβλήματα που συνδέονται με την οικογένεια, αλλά και τον κοινωνικό περίγυρο. Το χρονίως πάσχον άτομο αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες σε σωματικό, ψυχολογικό και οικονομικό επίπεδο.

Αδυναμία και συνεχής κόπωση, υποσιτισμός λόγω δυσκολιών στην πρόσληψη τροφής, δυσφορία ή και πόνος εξαιτίας της χρόνιας πάθησης και των αλλαγών που επιφέρει στο σώμα, προκαλούν αρνητικά συναισθήματα, όπως εκνευρισμό και άγχος για την προσαρμογή σε νέα δεδομένα που σε συνδυασμό με την αμφιβολία για την εξέλιξη της νόσου, το αβέβαιο μέλλον και τον φόβο για τον θάνατο, σταδιακά μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρότερες ψυχολογικές διαταραχές και, κυρίως, κατάθλιψη.

Η στιγμή που το άτομο μαθαίνει ότι πάσχει από χρόνιο νόσημα αποτελεί από μόνο του ψυχικό τραύμα. Και φυσικά η κακή ψυχολογική κατάσταση επηρεάζει πολύ αρνητικά την εξέλιξη της νόσου και την επίδραση της θεραπευτικής αγωγής. Επιπλέον, η μορφή της νόσου και πιθανές παρενέργειές της μπορούν να επιβάλουν απουσία από την εργασία, τροποποίηση και μείωση των καθημερινών δραστηριοτήτων ενώ το κόστος περίθαλψης μιας χρόνιας ασθένειας με συστηματική φαρμακευτική αγωγή και ίσως επαναλαμβανόμενες εισαγωγές στο νοσοκομείο μπορεί να είναι δυσβάσταχτο. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι σε μία χρόνια νόσο, αυτόματα επηρεάζεται η ποιότητα ζωής αφού το άτομο που πάσχει, ως επί το πλείστον δεν δύναται να ακολουθήσει το πρόγραμμα που είχε πριν νοσήσει και αναγκάζεται ίσως να στερηθεί πράγματα και δραστηριότητες που του έδιναν χαρά.

Η διάγνωση και η διαχείριση μίας χρόνιας ασθένειας κλονίζει βασικές άμυνες και συνθήκες ζωής που είχαν τεθεί μέχρι τότε και αποτελούσαν την καθημερινότητα των ατόμων. Επιπρόσθετα, είναι ευνόητο ότι μία τέτοια κατάσταση επηρεάζει άμεσα την οικογένεια του ασθενούς η οποία καλείται να σηκώσει το βάρος της σκληρής πραγματικότητας προσφέροντας ουσιαστική στήριξη σε πρακτικό, αλλά και ψυχολογικό επίπεδο. Ταυτόχρονα με την κλιμακούμενη απομάκρυνση και απομόνωση από δραστηριότητες στενεύει και ο φιλικός κύκλος του ηλικιωμένου ατόμου.

Ευκαιρίες για υγεία

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας με τον όρο «ενεργός γήρανση» εννοούμε «τη «διαδικασία βελτιστοποίησης των ευκαιριών για υγεία, συμμετοχή, προσαρμοστικότητα και ασφάλεια, προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής, καθώς οι άνθρωποι γερνούν».

Ο κ. Καραϊτιανός υπογραμμίζει πως «με δεδομένο ότι τα ηλικιωμένα άτομα ολοένα και πληθαίνουν, δικαίως η ενεργός γήρανση αποτελεί την απάντηση στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής που διανύουμε. Η ενεργός γήρανση δεν σημαίνει μόνο να περιορίσουμε τις ασθένειες και τις δυσλειτουργίες που ακολουθούν το γήρας. Σημαίνει να μπορούν οι άνθρωποι μετά τη συνταξιοδότηση να αξιοποιούν τις δυνατότητές τους, προκειμένου να ζουν με ευημερία και να είναι ενεργοί στην κοινωνία, με τέτοιο τρόπο που να καλύπτονται οι ανάγκες και οι επιθυμίες τους. Χαρακτηριστικά της ενεργού ή αλλιώς ευδόκιμης γήρανσης αποτελούν η υψηλή γνωστική λειτουργικότητα του ατόμου, η ενεργή και παραγωγική συμμετοχή στην κοινωνία, δηλαδή το να ζει δραστήρια και η ύπαρξη ευημερίας και ικανοποίησης από τη ζωή.

Επισημαίνει όμως, ότι για να φτάσουμε στο σημείο όμως να μιλάμε για ενεργό γήρανση πρέπει να έχουμε φροντίσει να καλλιεργήσουμε από πριν το έδαφος. Την υγιή γήρανση καθορίζουν παράγοντες όπως η εκπαιδευτική και οικονομική κατάσταση, ο σωστός και υγιεινός τρόπος διαβίωσης από την παιδική ηλικία, η ισορροπημένη οικογενειακή ζωή και η κοινωνική συμμετοχή του ατόμου».

«Αν εξαιρέσουμε τη γενετική την οποία δεν είμαστε σε θέση να ελέγξουμε», προσθέτει ο καθηγητής, «υπάρχουν ενέργειες που μπορούμε να κάνουμε για να διαχειριστούμε καλύτερα την υγεία μας, να ζήσουμε όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητα και να διατηρήσουμε την ποιότητα της ζωής μας καθώς μεγαλώνουμε. Η φροντίδα της σωματικής μας υγείας απαιτεί την υιοθέτηση ενός υγιούς τρόπου διαβίωσης ακολουθώντας τους κανόνες της μεσογειακής διατροφής, την αποφυγή αλκοόλ και την υπερβολική κατανάλωση ζάχαρης, αλατιού και ζωικών λιπών.

Απαιτεί, επίσης, διακοπή του καπνίσματος που ενοχοποιείται για πολλά δεινά της υγείας και σοβαρές -δύσκολα ή και καθόλου ιάσιμες- ασθένειες καθώς και καλή ποιότητα ύπνου που βοηθά την καλή μνήμη και ψυχική διάθεση.

Φυσικά δεν πρέπει να παραμελείται η επίσκεψη στον οικογενειακό γιατρό και οι τακτικοί προληπτικοί ιατρικοί έλεγχοι προκειμένου να διαγνώσουμε οποιαδήποτε νόσο σε αρχικό στάδιο και να είναι εφικτή η ίαση».

Δραστηριότητες

Η σωματική δραστηριότητα ωστόσο ήταν και παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος της υγιούς γήρανσης. Επιστημονικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι που ασκούνται τακτικά όχι μόνο ζουν περισσότερο, αλλά μπορούν επίσης να ζήσουν καλύτερα, απολαμβάνοντας περισσότερα χρόνια ζωής χωρίς πόνο ή αναπηρία. Επιπλέον, η άσκηση μπορεί να βοηθήσει τους ηλικιωμένους να διατηρήσουν καθώς γερνούν τη μυϊκή μάζα και το σωστό σωματικό βάρος αποφεύγοντας φαινόμενα όπως η παχυσαρκία που αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου, αναπηρίας και πολλών ασθενειών όπως ο διαβήτης τύπου 2 και η υψηλή αρτηριακή πίεση ή αντίθετα το υπερβολικό αδυνάτισμα που οδηγεί σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Το περπάτημα, η κολύμβηση ή και η γιόγκα έστω και για 30 λεπτά την ημέρα μας κάνουν πιο δραστήριους και μας γεμίζουν ενέργεια και καλή διάθεση.

Περαιτέρω, η ψυχική υγεία και ευεξία, είναι απαραίτητες για τη συνολική υγεία και την ποιότητα ζωής μας. Επηρεάζει το πώς σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε, ενεργούμε, κάνουμε επιλογές και σχετιζόμαστε με τους άλλους. Εξάλλου, η σωστή διαχείριση της κοινωνικής απομόνωσης, της μοναξιάς, του στρες, της κατάθλιψης και της κακής ψυχικής διάθεσης που συνήθως συνοδεύουν την προχωρημένη ηλικία, συντελούν στην υγιή γήρανση. Καθώς οι άνθρωποι γερνούν, αλλαγές όπως η απώλεια ακοής και όρασης, απώλεια μνήμης, αναπηρία, προβλήματα στην κυκλοφορία και απώλεια μελών της οικογένειας και φίλων μπορεί να δυσκολέψουν τη διατήρηση των κοινωνικών σχέσεων. Αυτό κάνει τους ηλικιωμένους ενήλικες να είναι κοινωνικά απομονωμένοι ή να αισθάνονται μόνοι. Πολλές μελέτες αποδεικνύουν ότι η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση οδηγούν σε μεγαλύτερο κίνδυνο για καρδιακές παθήσεις, πνευμονικές νόσους, κατάθλιψη και γνωστική εξασθένηση. Παραμένουμε σε επαφή με τα άτομα του οικογενειακού και φιλικού μας περιβάλλοντος ακόμη και μέσω τηλεφώνου, βγαίνουμε μία βόλτα, επισκεπτόμαστε μουσεία και θέατρα και αναζητούμε κοινωνικές και εθελοντικές δραστηριότητες στις οποίες θα μπορούσαμε να λάβουμε μέρος προκειμένου να παραμείνουμε ενεργοί σωματικά, πνευματικά και ψυχικά.

Οικονομική κατάσταση

Φυσικά, πολλά από τα παραπάνω έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση του ατόμου και εδώ ακριβώς είναι που η πολιτεία πρέπει να συμβάλει με χάραξη ισχυρής κοινωνικής πολιτικής προς αυτή την κατεύθυνση.

Είναι αυτονόητο ότι οι χαμηλοί μισθοί και ιδιαίτερα οι συντάξεις, η πολυπλοκότητα του εθνικού συστήματος υγείας, η δύσκολη πρόσβαση σε προληπτικούς ελέγχους με αναμονή πολλών μηνών, η έλλειψη ευκαιριών για κοινωνική συμμετοχή των ατόμων της τρίτης ηλικίας, ο αποκλεισμός τους από την αγορά εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση δεν ευνοούν την ενεργό γήρανση. Ωστόσο έχουν γίνει σημαντικά βήματα σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο ως προς την εκπαίδευση και κατάρτιση με προοπτική διά βίου μάθησης, βελτίωση του εκπαιδευτικού επιπέδου, αξιοποίηση στο έπακρο του εργασιακού βίου με ενδυνάμωση της παραγωγικότητας, της καινοτομίας και των επιχειρηματικών ευκαιριών, πρόσβαση σε δραστηριότητες μετά τη συνταξιοδότηση, ανάπτυξη ισχυρών δομών υγείας και συστημάτων μακροχρόνιας φροντίδας, βελτίωση της ευημερίας μέσω της διαγενεακής αλληλεγγύης κ.ά. Όμως πρόκειται για ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο θέμα που απαιτεί τη σύμπραξη τόσο δημόσιων φορέων και θεσμών όσο και ιδιωτικών οργανισμών και του εθελοντικού κινήματος προκειμένου να έχουμε απτά αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια.

* Ο καθηγητής Ιωάννης Γ. Καραϊτιανός είναι Αμ. Επίκ. Καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Αθηνών, μτ. Αναπλ. Καθηγητής Χειρουργικής Πανεπιστημίου Παρισίων P. et M. Curie, Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής Νοσοκομείου Ερρίκος Ντυνάν, τ. Συντονιστής Διευθυντής Ογκολογικής Χειρουργικής Κλινικής του Αντικαρκινικού Νοσοκομείου «Άγιος Σάββας», Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργικής Ογκολογίας και Πρόεδρος Ελληνικής Γεροντολογικής και Γηριατρικής Εταιρείας.

in.gr