Οι δίδυμες καρδιές
1 month, 3 days ago
6

Καθήμενος στο φαγωμένο από το σαράκι σκαμνί και βυθισμένος στη μπόρα των συνειρμών του, έπεσε το βλέμμα του σε μια πιτσιλισμένη σπάτουλα του Κυρ Σωκράτη του μάστορα. Σ’ αυτό το λιγοσκαλισμένο και καλοφτιαγμένο αναπαυτήρι βραχείας χρήσης από ξύλο καρυδιάς καθότανε χρόνια πριν όντας έφηβος και ετοιμοπόλεμος για την πρόκληση.

Δίπλα από το τσακισμένο ντουβάρι στο έλεος της υγρασίας και της φθοράς πήγε να ξεθυμάνει το λογισμό του μη μπορώντας να εξηγήσει την κίνηση δαύτη.

Ασυναίσθητα και μηχανικά.

Πήρε τη σπάτουλα στα χέρια του και άρχισε να ξεφορτώνει τον τοίχο από τα άρρωστα και σαπισμένα μέρη του, ξύνοντας με δύναμη και θάρρος.

Όχι δεν μπορούσε να ξεχάσει τον τελευταίο καυγά της χθεσινής βραδιάς. Τη μισητή στιγμή του χωρισμού αυτού. Δεν μπορούσε να διανοηθεί πως δύο άνθρωποι μπορούν να γίνουν ξένοι και εχθροί ταυτόχρονα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πως χωρίζεται η θάλασσα από την στεριά χωρίς να ανταμώνουν στα δειλινά.

Έξυνε με μανία και ξεπήδαγαν φλοίδες ασβέστη καταλήγοντας στο πάτωμα, σαν τους όρκους αγάπης που έσβησαν σαν βεγγαλικά και χάθηκαν στο σκοτάδι.

Έξυνε με μανία και έτρωγε τη δικιά του πληγή για να ανοίξει και να τρέξει αίμα μπλαβί.

Μα..

Στάσου, δεν ήταν χτες.

Έχει περάσει καιρός και η βροχή αυτή σαν κομματάκι ζόρικη να ήταν.

Ιδρώτας κύλησε στο μέτωπο και από τη μύτη σήμανε ξέφρενο χορό Ζαλόγγου παίρνοντας μαζί τη ένταση των μυών και την ομίχλη του μυαλού.

Οι δίδυμες καρδιές δεν χωρίζονται.

Συνεχίζουν να χτυπούν και μίλια μακριά.

Σηκώθηκε και με βαριά βήματα έσβησε τη λάμπα πετρελαίου που φώτιζε τον χώρο, έσυρε την ξύλινη πόρτα και ο σκουριασμένος μεντεσές παραπονέθηκε, αντιστάθηκε λίγο στο λάδι της προηγούμενης βάπτισης του μα δεν τα κατάφερε για πολύ.

Γύρισε δυο φορές την κλειδαριά για να είναι σίγουρος και αποχώρησε.

“Καμία φορά οι μικρές φλόγες ανάβουν τις πιο μεγάλες πυρκαγιές” τόλμησε να ψελλίσει.

Του Τάσου Βαφκάρη