Revenge porn: Η ιστορία του παντρεμένου και της 20χρονης baby sitter
20 days ago
6

Η απόφαση του Αρείου Πάγου για υπόθεση ανάρτησης ερωτικών βίντεο που δημιούργησε νομολογία – Πώς η απόφαση που εκδόθηκε πριν 30 ημέρες αποτέλεσε οδηγό ώστε οι δικαστικές αρχές της Θεσσαλονίκης να μετατρέψουν σε κακουργήματα τις κατηγορίες σε βάρος του Στάθη Παναγιωτόπουλου

Ο δράστης ανέβασε περιεχόμενο με τις προσωπικές τους στιγμές και προέτρεπε την κοπέλα να αυτοκτονήσει, οδηγώντας τη σε δύο απόπειρες. Καταδικάστηκε τελικά σε επτά χρόνια φυλάκιση.

Μία υπόθεση revenge porn, η οποία δημιούργησε νομολογία μόλις 30 ημέρες πριν από την παραπομπή του Στάθη Παναγιωτόπουλου, ήταν η αιτία προκειμένου ο πρώην «Ράδιο Αρβύλα» να αντιμετωπίσει κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος και όχι πλημμελήματος.

Μάλιστα ο 48χρονος δράστης, που εκτίει ποινή φυλάκισης, είχε προσφύγει στον Αρειο Πάγο, ο οποίος απέρριψε το αίτημά του για αναίρεση της καταδικαστικής εις βάρος του απόφασης, βάσει της οποίας τιμωρήθηκε με την επιβαρυντική μορφή της δημοσιοποίησης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και όχι με την πλημμεληματική.

Η υπόθεση

panagioto
Ο Στάθης Παναγιωτόπουλος

Στη συγκεκριμένη υπόθεση την οποία φέρνει στο φως το «ΘΕΜΑ», ο καταδικασθείς γνωρίστηκε με τη μετέπειτα σύντροφό του το 2008, όταν και οι δύο εργάζονταν σε καφετέρια που βρίσκεται σε δήμο της Δυτικής Αττικής.

Ο καταδικασθείς, ηλικίας τότε 31 ετών, νυμφευμένος και πατέρας ήδη ενός παιδιού, σύναψε ερωτική σχέση με την ηλικίας τότε μόλις 20 ετών συνάδελφό του, αποκρύπτοντάς της ότι είναι παντρεμένος, γεγονός που η ίδια πληροφορήθηκε λίγους μήνες αργότερα.

Η σχέση τους διήρκησε μέχρι τις αρχές Μαΐου του 2013 και στη διάρκειά της η μηνύτρια είχε ερωτευτεί βαθύτατα τον κατηγορούμενο, τον οποίο εμπιστευόταν απόλυτα, ώστε να μην επιδρά στην ίδια τόσο αρνητικά το γεγονός ότι ήταν παντρεμένος.

Αντίθετα, μάλιστα, γνώρισε την οικογένειά του και εργάστηκε στο σπίτι του ως baby sitter των παιδιών του, αφού στη διάρκεια της εξωσυζυγικής του σχέσης ο κατηγορούμενος απέκτησε και το δεύτερο παιδί του. Οντας δε ο τελευταίος αρκετά χρόνια μεγαλύτερός της και κατά πολύ πιο έμπειρος από εκείνη, την επηρέαζε σε σημαντικό βαθμό, με αποτέλεσμα η baby sitter να πράττει ό,τι της ζητούσε, δεδομένου ότι ο καταδικασθείς ήταν επιπλέον πολύ επίμονος και γνώριζε πώς να τη χειρίζεται.

Χαρακτηριστικό αυτής της σχέσης επιβολής και επηρεασμού του εμπειρότερου εραστή σε μια άπειρη και εύπλαστη συναισθηματικά νεαρή γυναίκα που δεν ήθελε να του χαλά χατίρι, είναι αυτό που ο ίδιος ο πρώην σύντροφός της ανέφερε στην πρωτόδικη απολογία του, ότι η σχέση τους δεν ήταν εφήμερη και ότι ήταν προστατευτικός μαζί της, γεγονός που επιβεβαίωσε και μάρτυρας, φίλος του καταδικασθέντος.

Εχοντας επομένως αναπτυχθεί μια έντονη ερωτική σχέση, η νεαρή γυναίκα αφενός ικανοποιούσε κάθε επιθυμία του κατηγορούμενου, όπως τη βιντεοσκόπηση των ερωτικών επαφών τους, αφετέρου είχε αφοσιωθεί ολόψυχα σε αυτή τη σχέση, σε σημείο που να μη διστάζει να αναπτύξει και κοινωνικές σχέσεις με την οικογένειά του.

Περαιτέρω όμως ο κατηγορούμενος μετά τη βιντεοσκόπηση των επαφών αυτών, χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση της τότε συντρόφου του, αντί να διαγράψει το αρχείο, επενέβαινε σ’ αυτό και το επεξεργαζόταν, αφού το αποθήκευε και το μετέφερε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, λαμβάνοντας έτσι και γνώση αυτού.

Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου, αυτή ήταν σταθερή πρακτική του, δεδομένου ότι αυτός, εκτός των καταγεγραμμένων σε αρχεία του κινητού του τηλεφώνου και του ηλεκτρονικού του υπολογιστή σαρκικών επαφών του με το θύμα, διατηρούσε παρόμοια παράνομα αρχεία ερωτικών επαφών του με άλλες γυναίκες.

Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου και αφού η σχέση τους δεν θα οδηγούσε σε κάτι διαφορετικό, η μηνύτρια αποφάσισε και με την παρότρυνση του φιλικού της κύκλου να διακόψει τη σχέση της με τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν ήταν διατεθειμένος να πάρει διαζύγιο από τη σύζυγό του.

Η απόφαση αυτή έγινε αρχικά δεκτή από τον κατηγορούμενο, ο οποίος όμως, όταν πληροφορήθηκε ότι εκείνη συνδέθηκε ερωτικά με άλλο πρόσωπο, αντέδρασε έντονα και μη μπορώντας να ανεχτεί ότι η μέχρι πρότινος πιστή και αφοσιωμένη ερωμένη του αποφάσισε να ακολουθήσει τη δική της, ανεξάρτητη από τον ίδιο ερωτική της ζωή, επιδόθηκε από τα τέλη έως τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2013 σε έναν καταιγισμό προσβολών, ύβρεων και απειλών μέσω μηνυμάτων που απέστειλε στο κινητό της τηλέφωνο από το δικό του τηλέφωνο, με τα οποία την εκφόβιζε ότι θα αναρτούσε στο Διαδίκτυο τα βίντεο που διατηρούσε στο κινητό του και περιείχαν ερωτικές επαφές.

Απειλούσε επίσης ότι θα γνωστοποιούσε αυτά τα βίντεο είτε εκτυπώνοντας φωτογραφίες από αυτά, τις οποίες στη συνέχεια θα αναρτούσε στη γειτονιά της, είτε μοιράζοντάς τις ως φυλλάδια στον χώρο εργασίας της, προκειμένου να διαπομπευτεί τόσο η ίδια όσο και η οικογένειά της.

Εφτασε δε στο σημείο να την προτρέπει να αυτοκτονήσει, ώστε, όπως της έλεγε, να αποφύγει τον εξευτελισμό της από τη δημοσιοποίηση των προσωπικών τους στιγμών, χαρακτηρίζοντάς την «αναίσθητη, χωρίς φιλότιμο» που παρά το «ξεφτιλίκι» της δεν βρίσκει το σθένος «να φουντάρει».

Η νεαρή γυναίκα, προερχόμενη από συντηρητική οικογένεια, η οποία δεν θα ήταν ανεκτική στην ερωτική σχέση της με έναν παντρεμένο και αντιμετωπίζοντας αυτόν τον καταιγισμό των πρωτοφανών απειλών και προσβολών του που μαινόμενος της εξαπέλυε, καθώς δεν μπορούσε να δεχθεί τη σχέση της με άλλον άντρα, βρέθηκε σε αδιέξοδο, βιώνοντας πανικό και ντροπή για την πιθανότητα να πραγματοποιήσει ο πρώην σύντροφός της τις απειλές του, παρότι η ίδια διέκοψε και τη νέα της σχέση.

Ετσι, αδυνατώντας να ζητήσει βοήθεια από την οικογένειά της, θεώρησε ότι η λύση της αυτοκτονίας, στην οποία την προέτρεπε πιέζοντας την εμμονικά και με σκαιές φράσεις ο πρώην σύντροφός της, ήταν η διέξοδος.

Η απόπειρα αυτοκτονίας

Πράγματι, στις 30/6/2013 και στις 8/9/2013 η νεαρή κοπέλα προσπάθησε να τερματίσει τη ζωή της παίρνοντας διάφορα κάθε φορά χάπια, αντιεπιληπτικά, κατασταλτικά, υπνωτικά και αντι-παρκινσονικά φάρμακα.

Την πρώτη φορά μεταφέρθηκε από τους γονείς της στην κλινική «Παμμακάριστος», όπου και νοσηλεύτηκε για δύο ημέρες και έλαβε ιατρική φροντίδα, διασώθηκε, ενώ τη δεύτερη φορά και πάλι οι γονείς της αντιλήφθηκαν ότι είχε καταπιεί μεγάλη ποσότητα χαπιών και τη διέσωσαν ακολουθώντας ιατρικές συμβουλές από το Κέντρο Δηλητηριάσεων.

Ο καταδικασθείς, αν και πληροφορήθηκε από την ίδια τις δύο ανωτέρω απόπειρες αυτοκτονίας, αλλά και ότι μετά τη δεύτερη απόπειρα επισκέφθηκε ψυχολόγο και ψυχίατρο για να αντιμετωπίσει τη σοβαρή κατάθλιψη από την οποία άρχισε να πάσχει λόγω της συμπεριφοράς του, αντί να της συμπαρασταθεί ή να διακόψει την οποιαδήποτε επαφή μαζί της, συνέχισε με εντονότερο τρόπο την ίδια συμπεριφορά, στέλνοντάς της δεκάδες μηνύματα κάθε μέρα, με τα οποία εξακολουθούσε να την ωθεί σε αυτοκτονία, υποδεικνύοντάς της και τρόπους με τους οποίους θα γίνει επιτυχημένα, αλλά και να την απειλεί και πάλι με τη δημοσιοποίηση των ερωτικών βίντεο, ενώ άρχισε να χλευάζει την επιλογή της να επισκεφθεί ψυχολόγο και ψυχίατρο.

Στα τέλη του Οκτωβρίου 2013, η νεαρή γυναίκα έδωσε το κινητό της στον πατέρα της και σταμάτησε να απαντά στα μηνύματα του πρώην συντρόφου της. Εκείνος, όμως, δεν γνώριζε ότι τα μηνύματα τα έβλεπε τώρα μόνο ο πατέρας της κοπέλας, με αποτέλεσμα να εξαγριωθεί για την έλλειψη απάντησης και να αυξήσει τόσο τον αριθμό όσο και την ένταση των μηνυμάτων του.

Σε ένα μήνυμα, όπου επανέλαβε και πάλι την απειλή ότι θα δημοσιοποιήσει τις ερωτικές ταινίες λέγοντας ότι θα την κάνει «διάσημη», η κοπέλα τού απάντησε με προτροπή του πατέρα της ότι εάν το κάνει, θα του κάνει μήνυση ο πατέρας της.

Στο μήνυμα αυτό ο καταδικασθείς ανταπάντησε ότι δεν έχει δικαίωμα να κάνει μήνυση ο πατέρας της γιατί η ίδια είναι ενήλικη και ότι, αν γίνει τέτοια μήνυση, θα πει ότι του έκλεψαν το κινητό τηλέφωνο, ισχυρισμό που πράγματι πρόβαλε στο δικαστήριο.

Η ανάρτηση

Εντέλει και αφού η νεαρή γυναίκα «δεν συμμορφώθηκε» με όσα της ζητούσε με τα ως άνω αναφερόμενα μηνύματα και δεν κατόρθωσε να δώσει τέλος στη ζωή της, όπως με επιμονή, φορτικότητα και απειλές απαιτούσε ο πρώην σύντροφός της, ανάρτησε χωρίς τη συναίνεσή της στο Διαδίκτυο, σε διάφορες διευθύνσεις όπου αναπαράγονται ταινίες πορνογραφικού περιεχομένου και έχουν πρόσβαση και άλλοι χρήστες, μικρής χρονικής διάρκειας βίντεο με ερωτικές συνευρέσεις τους, τα οποία ο ίδιος είχε επεξεργαστεί προσθέτοντας προσβλητικά γι’ αυτήν σχόλια.

Μετά την ανάρτηση αυτή, ο πατέρας της υπέβαλε αρχικά μήνυση κατά αγνώστου δράστη και όταν έμαθε τα στοιχεία του κατηγορούμενου υπέβαλε μήνυση κατ’ αυτού, καταθέτοντας τις φωτογραφίες των ιστοσελίδων αλλά και μικρό αναλογικά αριθμό μηνυμάτων που στάλθηκαν όταν κατείχε το κινητό τηλέφωνο της κόρης του.

Ειδικότερα ο πρώην σύντροφος της baby sitter είχε μοντάρει κατά τέτοιον τρόπο τα βίντεο που ανάρτησε ώστε σε αυτές να μη φαίνεται το δικό του πρόσωπο, αλλά μόνο το δικό της.

Η τελευταία είχε συμφωνήσει στην καταγραφή των σαρκικών τους επαφών στη διάρκεια της σχέσης της μαζί του, όχι όμως και στην εν συνεχεία διατήρηση του αρχείου, ούτε στη δημοσιοποίησή του, με συνέπεια όταν οι προσωπικές τους στιγμές ανέβηκαν σε κοινή θέα, συνοδευόμενες από προσβλητικά σχόλια, να πλήξουν βάναυσα την προσωπικότητά της και να διαταράξουν την ψυχική της υγεία.

Στον πρώην σύντροφο της 20χρονης επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως πέντε ετών και έξι μηνών για την πράξη της μετάδοσης κατ’ εξακολούθηση σε τρίτα μη δικαιούμενα πρόσωπα αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό να βλάψει τρίτο και ποινή φυλάκισης τριών ετών για την πράξη της συμμετοχής σε αυτοκτονία κατ’ εξακολούθηση – συνολικά επτά χρόνια κάθειρξη μετά τη συγχώνευση των ποινών.

Ο 48χρονος εκτίει την ποινή του σε σωφρονιστικό ίδρυμα της χώρας.

Η μετατροπή

diki1
Η δικηγόρος Ανθούλα Ανάσογλου

Η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Το ίδιο το Σύνταγμα στα άρθρα 2, 9, 19 και 25 ορίζει ότι η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ανθρώπου είναι απαραβίαστη.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ήδη από το 1998 με την 95/46/ΕΚ Οδηγία του ζήτησε από τα κράτη-μέλη τη θέσπιση προϋποθέσεων για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Με βάση τον Κανονισμό, ευαίσθητα δεδομένα θεωρούνται αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα και άλλα συναφή, καθώς και την ερωτική ζωή.

Με νέα Οδηγία θεσμοθετήθηκε ο Ν. 4624/2019 και με το άρθρο 38 θεσμοθετήθηκε ειδικότερα το αδίκημα της επεξεργασίας σε σύστημα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Μάλιστα, από την ίδια την αιτιολογική έκθεση του νόμου προκύπτει ότι αρχείο προσωπικών δεδομένων είναι και με τη μαγνητοσκόπηση διά ψηφιακής κάμερας συσκευής κινητής τηλεφωνίας η δημιουργία οπτικοακουστικού υλικού της ερωτικής συνεύρεσης δύο ατόμων, αφού το παραχθέν υλικό δεν χρειάζεται καμία ομαδοποίηση ή ταξινόμηση, ενώ επεξεργασία αποτελεί και η αποθήκευση αυτού και η μη διαγραφή του μετά τη λήψη του, όπως και το μοντάρισμα προκειμένου να αποκοπούν συγκεκριμένες σκηνές.

Τα αδικήματα του παρόντος άρθρου τιμωρούνται ως πλημμελήματα.

Οι ποινές

Στην παράγραφο 4, όμως, του ίδιου άρθρου ο νομοθέτης ορίζει ότι «Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται ο υπαίτιος των πράξεων εάν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να προκαλέσει περιουσιακή ζημία σε άλλον ή να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ».

Σύμφωνα με τη δικηγόρο Ανθούλα Ανάσογλου, η συγκεκριμένη απόφαση αποτέλεσε τον καθρέφτη για την άσκηση της ποινικής δίωξης στον Στάθη Παναγιωτόπουλο σε βαθμό κακουργήματος και όχι πλημμελήματος: «Διότι οι δικαστές ερμήνευσαν πως για τη βλάβη τρίτου δεν εισάγεται από τον νομοθέτη κανένα ποσοτικό όριο.

Ομως, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι αν ο νομοθέτης επιθυμούσε μια ακραία επέκταση της τιμωρίας χωρίς ποσοτικό κριτήριο, τότε δεν θα συμπεριλάμβανε τη λέξη “βλάβη” στην ίδια πρόταση.

Επιπλέον, η βλάβη που προφανέστατα είναι ηθική αποτιμάται σε χρήμα στα αστικά δικαστήρια που ορίζουν και το γεγονός αυτής. Ελλοχεύει δε ο κίνδυνος μη ανταπόκρισης της πραγματικής βούλησης του νομοθέτη, ο οποίος κράτησε σοβαρές ασφαλιστικές δικλίδες για το κακούργημα με μια διεύρυνση χωρίς συγκεκριμένο αντίστοιχο».

Η ίδια συμπληρώνει: «Η φυλάκιση δεν είναι πάντα η λύση για όλα τα αδικήματα. Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σε όλα και να αφουγκραζόμαστε το πνεύμα του νομοθέτη. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν άνθρωποι που με τον ίδιο νόμο καταδικάστηκαν για το ίδιο αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος, ενώ ο άνω κατηγορούμενος οδηγήθηκε στη φυλακή για ένα αδίκημα που διέπραξε 9 χρόνια πριν».